Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2022

                              1ο C [i]

 

Ήμασταν, λέει, σ’ ένα καφενείο φανταστικό,

του ονείρου, για να ψηφίσουμε.

Γέροντες στοχαστικοί και μαυροφορεμένες γερόντισσες

αποτελούσαν την εφορευτική επιτροπή. Αμίλητοι,

μαντήλια εκάλυπταν το στόμα όλων μας.

Περιμέναμε τη σειρά μας και όταν φτάναμε στους καταλόγους

διαγράφαμε με μαύρο μελάνι στην τύχη ονόματα, και υπογράφαμε.

Στους φακέλους βάζαμε λευκό, όπου σημειώναμε μαντινάδες

για τον θάνατο, που καθένας είχε φτιάξει ή ήξερε.

 

Οι χθόνιες, σαν του Μπουζιάνη, φιγούρες άνοιγαν

κάθε επιστολή και, κατεβάζοντας τα μαντήλια,

τραγουδούσαν τα μοιρολόγια πολυφωνικά

τελετουργικά ακίνητες κι ανέκφραστες:

 

Αχ, καημένε Μάνο μας, Πέτρο, Αϊλάν και Άρτεμη

εφύγατέ μας αδερφοί, δάσκαλοι, φίλοι κι άγνωροι

………………

Αχού, καημένοι μας Μυρτώ και Παντελή, Βασίλη

εχάσατε τα μάθια τους, το γέλιο και τ’ αχείλι


………………

Σε σας προστρέχουμε σκιές, ανύπαρκτοι εδικοί μας

σε σας συνταξιδιώτες μας και άγνωστοι χαμένοι

………………

Σε σένα παραδίνουμε, μεγάλη πράσινή μας

το σώμα τους και την ψυχή καθάρια και πλυμένη

………………

 

Κι άκουγα τις γυναίκες να κρατούν το ίσο λέγοντας

ονόματα ελληνικά, αφρικάνικα, ασιατικά, κι άλλα κι άλλα

και τόσο η Αχερουσία γέμισε τα μάτια, το στόμα και την ψυχή μου

που βυθίστηκα μες σε πηχτό σκοτάδι.

 

 

Ύστερα ήταν, λέει, οι ίδιοι γέροντες

μόνο που τώρα προστέθηκαν νέες και παλικάρια,

μοιάζανε σαν του χαράκτη Τάσσου. Βγήκαν έξω στο ύπαιθρο.

Σκαρφάλωναν πλαγιές και κορφές.

Τόπους φαγωμένους από πυρκαγιές και φονικές νεροποντές.

 

Κανείς δεν μπορούσε να ξεχωρίσει

αν ήταν πρόσφυγες ή μετανάστες, Αναχωρητές ή Ερχόμενοι[ii],

αν ήταν τέκνα εμφυλίου, απόβλητοι ή σεισμόπληκτοι,

αν ανήκαν στο κάποτε, στο τώρα ή στο αύριο,

αν το φορτίο που κουβαλούσαν ήταν όπλα ή τρόφιμα,

φάρμακα, εμβόλια και όνειρα, ελπίδα ή απελπισία…

 

Πού και πού ξεκουράζονταν και κοίταζαν πίσω και πέρα,

κουφάρια σπιτιών, καμένες σοδειές, πλημμυρισμένους τόπους.

Δίναν νερό στα ελάχιστα παιδιά και στους γέροντες,

τους σκούπιζαν το μέτωπο και προχωρούσαν.

Και τόσο περπάτησαν και τόσα σύνορα πέρασαν

με κουρελιασμένα μάτια,

με φλογισμένους κροτάφους απ’ την πτώση[iii]

και τόσο αισθάνονταν

την κόλαση που είναι η αιτιότητα,

το στήθος ωσάν συστατικό του αέρα,

τα βήματα χωρίς προοπτική

που η αγωνία μου υψώνεται,    

ως τα εδελβάις άνθη.

 

Τα μάτια μου έψαχναν γύρω ίχνη ζωής,

τα πετούμενα της απριλιάτικης ορνιθοπανίδας

― μελισσοφάγους, κεφαλάδες, κούκους,

αηδόνια, τσαλαπετεινούς και τρυγόνια…

Η μύτη μου γύρευε αρώματα ενός αθέατου Απριλίου

― ορχιδέες, γλαδιόλες, μαργαρίτες,

 αγριολούλουδα, άνθη μηλιάς και μπουρνελιάς…

Τα αυτιά μου αναζητούσαν ήχους κρυμμένων ζώων

― σκαντζόχοιρους, βατράχια, σαύρες,

τρίτωνες, νερόφιδα, ψάρια και καβουράκια…

Μα τίποτα, ούτε εντόμων φτεροκόπημα ή μελισσών χορός.

 

Έπειτα, λέει, γύρευα βρωτούς καρπούς,

ακολουθώντας το κάθετο μονοπάτι

(οδό του αινίγματος της ζωής[iv])

από την πόλη προς το σπίτι

απ’ το τσιμέντο προς το χώμα,

καταμετρώντας ως βροτός

όντες και μη όντες[v]

όντα και μη όντα,

συλλαμβάνοντας τη φωνή της σιωπής[vi] τους.

 

Κι άκουγα πάλι τις γυναίκες να κρατούν το ίσο λέγοντας

ονόματα δέντρων και ζώων, και ποταμών και λιμνών, κι άλλα κι άλλα

και τόσο η Αχερουσία γέμισε τα μάτια, το στόμα και την ψυχή μου

που βυθιζόμουν ξανά και ξανά μες σε πηχτό σκοτάδι.

Ζώντας μη ζώντας, παρατηρώντας,

συναρμόζοντας θραύσματα στίχων

σαν με ραφές δοχείου ιαπωνικού,[vii]

φωτίζοντας τις ρωγμές

και τις ουλές της εποχής μας.

 

 

Ήμασταν, λέει, σ’ ένα καφενείο φανταστικό,

του ονείρου πάλι, για να ψηφίσουμε.

Νέοι και κόρες σαν από τις Εποχές του Τσαρούχη

εκλογικοί αντιπρόσωποι του Σχολείου της θάλασσας,[viii]

κατέβασαν τα μαντήλια-μάσκες, μίλησαν λόγια ξεχασμένα:

Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι

αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν

η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.[ix]

Ανέδειξαν την πολύρριζη κρίση και την ευαίσθητη επί Γης ισορροπία.

Υπέδειξαν δάση και βουνά, ποτάμια και ζώα ως υποκείμενα Δικαίου:

Επειδή -να το πούμε κι αυτό- ελευθερία δεν είναι να κινείσαι

ανεμπόδιστα στο πεδίο που σου έχει δοθεί.

Να διευρύνεις αυτό το πεδίο και δη

κατά τη διάσταση της αναλογίας των αισθήσεων, αυτό είναι.

Διαθέτοντας καινούργιες μονάδες για τη μέτρηση του κόσμου.[x]

 

Απέδειξαν το κόστος της κλιματικής αδράνειας

(επιπλέον των 700 δισ. ευρώ, της Τράπεζας Ελλάδος[xi])

με πράξεις των ανώτερων μαθηματικών του Ελύτη:

Ο 1ο C συνεπάγεται πως για ν’ αποτρέψουμε την αποτυχία 

από το «άρα» της τεχνολογίας μετατοπιζόμαστε,

 κατά ένα βήμα,  στο «άρα» της ευαισθησίας

…που διπλασιάζει την ικανότητά σου να αντιλαμβάνεσαι τη ζωή

και που αποτελεί μια πρόσβαση στο πραγματικό νόημα της ελευθερίας.[xii]

 

Το σώμα αφυπνίστηκε, εντοπίζοντας μιαν ανεμώνη

(σε σχισμή της τεχνοκρατικής μηχανής του κόσμου).

Καλωσορίζοντας της αυγής το δροσάτο[xiii] νέο βλαστάρι

(ξεμυτίζει από το κάταγμα στον σκελετό του κλιματικού άγχους[xiv]

που βυθίζει στην εικονική πραγματικότητα μιας εικονιστικής κοινωνίας).

 

Υποδεχόμενο μες στης καρδιάς τα φύλλα[xv] ένα έαρ χελιδονιών[xvi]

(που έχοντας ξεφύγει από την εξαΰλωση της αδράνειας

εξοπλίζεται, διεκδικώντας τα μυριστικά χόρτα[xvii] του βίου).



 

[i] Δραματικές αλλαγές στον πλανήτη | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (kathimerini.gr) : Ένας βαθμός Κελσίου (1ο C) είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας των μέχρι σήμερα πολιτικών. Π. Κόκκαλης, ευρωβουλευτής.

[ii] Οδυσσέας Ελύτης, ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ, Ο Μικρός Ναυτίλος.

[iii] Οι στίχοι σε πλάγια είναι από την πλακέτα Διάλογοι, του Νίκου Καρούζου.

[iv] Οδυσσέας Ελύτης, «Η μέθοδος του άρα», Εν λευκώ, και στον ιστότοπο του ΧΑΡΤΗ https://issuu.com/hartismag/docs/h21-small-compressed

[v] Η φράση σε πλάγια είναι του Αργύρη Χιόνη.

[vi] Το ίδιο.

[vii] Μέθοδος kintsugi, ιαπωνική τεχνική επιδιόρθωσης κεραμικών, που αναδεικνύει τις ρωγμές. Εκφράζει την αποδοχή του ευπαθούς και ατελούς.

[viii] ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ, ό.π.

[ix] Το ίδιο.

[x] «Η μέθοδος του άρα», ό.π.

[xi] Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ό.π.

[xii] «Η μέθοδος του άρα», ό.π.

[xiii] Διονύσιος Σολωμός, Η ημέρα της Λαμπρής.

[xiv]  «Μεγάλωσα με τον φόβο ότι θα πνιγώ μέσα στο ίδιο μου το δωμάτιο» - Mitzi Tan, 23, Φιλιππίνες.

Τα αποτελέσματα έρευνας, χρηματοδοτούμενης από το AVAAZ, μεταξύ 10.000 ατόμων σε 10 χώρες:

 45%

Σχεδόν οι μισοί νέοι και νέες παγκοσμίως δηλώνουν πως το κλιματικό άγχος επηρεάζει την καθημερινότητά τους: το πώς παίζουν, τρώνε, μελετούν και κοιμούνται.

 75%

Περισσότεροι από 7 στους 10 πιστεύουν πως «το μέλλον είναι τρομακτικό» - μάλιστα στην Πορτογαλία το ποσοστό φτάνει το 81% και στις Φιλιππίνες το 92%.

 58%

Το 58% δήλωσε πως οι κυβερνήσεις «πρόδωσαν εμένα και/ή τις επόμενες γενιές», ενώ το 64% δήλωσε πως οι κυβερνήσεις δεν κάνουν αρκετά για να αποφύγουν μια κλιματική καταστροφή.

 39%

Σχεδόν 4 στους 10 νέους δήλωσαν πως πλέον διστάζουν να κάνουν παιδιά.

Σύμφωνα με ψυχολόγους, το κλιματικό άγχος δεν επηρεάζει μόνο τα παιδιά, αλλά όλες τις ηλικίες, παντού.

[xv] Η ημέρα της Λαμπρής, ό.π.

[xvi] «Η μέθοδος του άρα», ό.π.

[xvii] ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ,  ό.π.



Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021

 ΤΖΕΝΗΣ ΔΑΓΛΑ  ΣΟΝΟΡΧ

 

ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΨΥΧΗ ΑΠΟ ΧΩΜΑ

 

Το ρολόι που μας αφορά δεν είναι αυτό που καταμετρά τις ώρες αλλά που κατανέμει το μέρος της φθοράς και της αφθαρσίας των πραγμάτων όπου, έτσι κι αλλιώς, μετέχουμε, όπως μετέχουμε στη νεότητα και στο γήρας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

 

«Εν Αρχή ην το Τέλος» σχεδιάζει ένας ζωγράφος στην αρχή του βιβλίου της Τζένης Δάγλα, και η ίδια αναλαμβάνει αυτό το εγχείρημα: πιάνει αυτό που ονομάζουμε ΧΡΟΝΟΣ από το Σ και το γδέρνει (κατά Ελύτη) ίσαμε το Χ, δημιουργώντας το ΣΟΝΟΡΧ, τη δική της Άγνωστη Χώρα, με τα Les Anthropakia της (λόγω του θεατρικού ‒συγγραφικού και θεωρητικού‒ υποβάθρου της συγγραφέως, μάλλον πρόκειται για persones ή μαριονέτες στα χέρια του Χρόνου).

Ξεκινάμε, μαζί με τη συγγραφέα, να ξετυλίγουμε το κουβάρι του βιβλίου:

Εγώ που γράφω αυτό το ημερολόγιο, τι θέλω από τον Χρόνο; Προσπαθώ να διακρίνω διόδους που ίσως οδηγήσουν σε μια βαθύτερη κατανόηση, να φωτίσουν ‒αμυδρά έστω‒ τον λαβύρινθο ανάμεσα στον Χρόνο και σε μας.

…να συνδέσω τον Χρόνο με τη στιγμή, να τα πλέξω βελονάκι.

Το ταξίδι του Χρόνου είναι προσωπικό: ακριβώς γιατί είναι συλλογικό, το ταξίδι όλων.

Στο ταξίδι αυτό, αφού ένα κομμάτι του εαυτού μου προχωρά προς την ταχεία του Χρόνου, περιδιαβαίνουμε ως αναγνώστες, συντροφιά με πραγματικούς και φαντασματικούς φίλους της συγγραφέως, πραγματικούς τόπους ‒Βρότσλαβ και Κρακοβία, Πλάκα, Μοναστηράκι, Μύκονος, Φρανκφούρτη, Κρήτη, Τύρναβος, Ιωάννινα, Λυκαβηττός και Θησείο (κάθε τόπος και ιστορία, κάθε στάση και άνθρωποι)‒ και ονειρικά τοπία ‒όταν η ταχεία της ζωής (Χρονοστοιχία;) σταμάτησε: σωριάζομαι στα σύννεφα, όχι χάμω, πάνω, έδα-φως‒, κι επισκεπτόμαστε το Σονόρχ, το μουσείο-Τribute στον Χρόνο! Κάθε αίθουσα και μια πτυχή-διερεύνηση: Άρωμα Χρόνου, ΚΑΙ η σκακιέρα…, WARHAL five (Παλιάς Αγωνίας), Eco-Χρόνος, Θρόνος του Οικοδεσπότη, APOCALYPSIS, Εναλλακτικός Ντόριαν Γκρέι...

Όμως, τι είναι ο χρόνος για την Τζένη Δάγλα; Για να ξαναγυρίσουμε στην αρχή του βιβλίου, η συγγραφέας στοχάζεται πάνω στον χρόνο, χωρίς άμεσες αναφορές όμως σε συγκεκριμένες φιλοσοφικές στάσεις, παρότι αναγνωρίζει κανείς συνδέσεις: Ο χρόνος δεν περνά, ρέει αλλά δεν περνά… Ο χρόνος είναι ο αφέντης του Κόσμου. Οι σκέψεις αυτές θυμίζουν αυτό που ποτέ δεν διατύπωσε ρητά ο Ηράκλειτος: πάντα ρει, αλλά ουσιαστικά συνάδουν με το βάθος της ρήσης του: ποταμοίσι τοίσιν αυτοίσιν εμβαίνουσιν έτερα και έτερα ύδατα επιρρεί. Το ποτάμι του χρόνου ρέει, με συνεχώς άλλα ύδατα, άλλες ιστορίες, άλλους ανθρώπους.

Όμως και: Η ζωή είναι Οντότητα, ρέει αλλά δεν χάνεται, συμπληρώνει η συγγραφέας. Δηλαδή Ζωηαιωνιότητα, με μια από τις λέξεις της γλωσσοπλάστη Δάγλα (θα επανέλθω στο ενδιαφέρον συγκεκριμένο στοιχείο του βιβλίου).

Δεν είναι τυχαίες επίσης οι αναφορές της σε αντικείμενα που συνδέονται με τον χρόνο:

Το ρολόι… περισσότερο το υπηρετούμε απ’ ό,τι μας υπηρετεί ‒ πράγμα του πράγματος εμείς.

Ο καθρέφτης, έχοντας τόσα χρόνια καθρεφτίσει τον έξω κόσμο, κουράστηκε… θέλει μόνο ν’ αναπνέει, ελεύθερος, σοφός…

Η στεφάνη του χρόνου: Κυκλικός χρόνος, όλο μαλακή, καμπύλη ενέργεια… μια κουκκίδα που ανοίγει σε τεράστιο στεφάνι, εύκαμπτο, και γίνεται πάλι τόση δα…

Φτάνουμε λοιπόν στο επόμενο στοιχείο του χρόνου, την κατά Ηράκλειτο κυκλική δομή και ρυθμική περιοδικότητα, όπως το διαβάζω εγώ, κι όχι στην ανατολικού τύπου κυκλικότητα μέσω της μετενσάρκωσης/αιώνιας επιστροφής ή της χριστιανικής ανάστασης εκ νεκρών.

Είναι νομίζω καθαρό σε κάποια αποσπάσματα του λόγου της: ο άνθρωπος ανθίζει και φυλλορροεί πολλές φορές, κατά βούληση… Ο χρόνος προμηθεύει τις πρώτες ύλες της φθοράς στην πρώτη ύλη της δημιουργίας. …έξω από τον χρόνο, είναι μέσα μας… Η εσωτερική ζωή δεν ξέρει Χρόνο κι αν δεν συμπαρασυρόταν από τη Σάρκα, θα του είχε μόνιμα γυρισμένη την πλάτη, όπως στην ελαστική «πραγματικότητα» του ονείρου.

Την απασχολεί η φθορά, το γήρας, ο θάνατος: Είμαστε κουστούμια ντουμπλ φας, η ζωή είναι η μία «καλή» μας και ο θάνατος η άλλη..., είμαστε: Χρόνος σε δυο πόδια… (με) συνείδηση του τέλους. Σ’ αυτά αντιπαραβάλλει το όνειρο, την τέχνη και τις λειτουργίες τους: Χόμπι μου είναι η πραγματικότητα. Και δουλειά μου το όνειρο. Και παραθέτει την επιδίωξή της στον προσωπικό, velvet Χρόνο της: …οι μυστικές δυνάμεις, το ονειρικό Αμάλθειας κέρας, ο θεϊκός μας, ανώτερος, εαυτός, το ακατοίκητο κομμάτι της ζωής. Η πάλη, με την ομοιομορφία της διάρκειας, …τη «δημοκρατία του ομοιόμορφου Χρόνου».

Είναι γι’ αυτό που μέσα από πολλαπλές ιστορίες ταξιδιωτών του Χρόνου (από την Κάλλας, τον Ρεμπώ και την Μποβαρύ ως γείτονες, φίλους κι εραστές), όνειρα και (νομικός γαρ) συμπαντικούς νόμους (Ενότητα - Δόνηση - Δράση - Ανταπόκριση - Έλξη - Σχετικότητα - Ρυθμός - Αποζημίωση…), χώρους κι αντικείμενα (χρυσώνουμε ό,τι μετασχηματίζουμε, το κάνουμε χρύσιμο!), περνά ξυστά από την πραγματικότητα, προσέχοντας μη συγκρουστεί, για να γράψει και να ζήσει πυκνότερα… με ευλάβεια για το δώρο της ζωής. Άλλωστε: είναι η Αγάπη που χρυσώνει τον Χρόνο μέσα μας ‒ η Αγάπη που προσδοκούμε κι η Αγάπη που χάθηκε.

Μάλιστα στο δίπτυχο έρωτας-αγάπη (άλλο πράγμα είναι η αγάπη κι άλλο ο έρωτας, μας έχει πει ο Ελύτης) στηρίζεται η δομή του βιβλίου: Το πρώτο μέρος, πιο πραγματικό πιο εξωστρεφές και στοχαστικό, ψάχνει και χάνει τον έρωτα. Το δεύτερο, ονειρικό και θεατρικό (η βελουδένια αυλαία ανεβοκατεβαίνει), ποιητικό (συχνά με τον τρόπο της οπτικής ποίησης), ξετυλίγεται σαν παιχνίδι πάνω σε μιαν ανήσυχη σκακιέρα που τα Χρονολούλουδα την ξεφτιάχνουν, ξεστρώνουν, ξεχορεύουν δώθε κείθε…, απογειώνεται στο όνειρο και γειώνεται εν τέλει στην εναλλακτική Συνάντηση: έχω λιώσει μέσα στον κόσμο / έγινα περίληψη όλων!

Δίπτυχες και πολλές λέξεις της: Ζωηαιωνιότητα (την είδαμε ήδη), Καθρεφτόν (καθρεφτισμένο ον, μυριάδες Καθρεφτόντα ζουν και κινούνται σε κάθε καθρέφτη, για κάθε άνθρωπο μια τεράστια παρέα του εαυτού του), Στιγμεαυτοί (τα πολλαπλά πρόσωπα που καλούνται από τον μικρό Χρόνο, την ώρα με το συμβάν της, για να εκδηλωθούν). Δίπτυχοι κόσμοι όπου καθετί συναιρείται και παλεύει ταυτόχρονα (πάντα κατ’ έριν γίνεσθαι, πάλι ο Ηράκλειτος), εμπεριέχοντας την αρρώστια (η μούργα του πολιτισμού), την αδικία (αν τα ποτάμια των πλούσιων ευρωπαϊκών πόλεων ήταν καθρέφτης δικαιοσύνης, ο Λευκός πολιτισμός δεν θα είχε είδωλο, γιατί είναι βαμπίρ, γιατί τράφηκε από αίμα φτωχότερων ηπείρων), το μικρό και το μέγα:

Ο κόσμος είναι ο μέγιστος άνθρωπος κι ο άνθρωπος ο λιλιπούτειος κόσμος, όλα με τάξη… «όπως απάνω, έτσι και κάτω». Αυτός είναι ο διαλεκτικός τρόπος του Ηράκλειτου (Οδός άνω κάτω μία και ωυτή), που μοιάζει (ίσως χωρίς πρόθεση, πάντως) να συντονίζει το πόνημα της Δάγλα, ένα αμάλγαμα που για να ονομαστεί μάλλον θα χρειαστεί να επινοήσουμε έναν νέο (αδόκιμο ίσως) όρο: οπτική θεατροπροζαποίηση.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο ΙΑΝΟΣS Magazine:   https://www.ianos.gr/magazine/tzenh-dagla-kai-o-xronos/


Κυριακή 26 Απριλίου 2020


 σάμπι χάικου




Έαρ. Έγκλειστοι.
Χελιδόνια οι ψυχές,
μεταναστεύουν.

Καμπάνες χτυπούν.
Μεγάλη Παρασκευή
του ιού. Πένθος.

Πάσχα Ελλήνων.
Ανθισμένες νεραντζιές.
Θάλλει ο φόβος.

Αμνούς προς σφαγή
πορνοβοσκοί σαλαγούν.
Στρώνουν τραπέζι.


πασχαλινά αυγά, ζωγραφισμένα από τις κόρες μας, ο Μάνος είπε το σκουρότερο: αυγό του κορονοϊού



春雨や
ものがたりゆく
蓑と傘

εικονιστικό χάικου του Γιόσα Μπουσόν 


σάμπι: μοναξιά των πραγμάτων ή «κοσμική μοναξιά» μέσα στην οποία υπάρχουν και την οποία εκφράζουν τα πράγματα

από: https://www.greecejapan.com/japanesestudies/genikes-paratiriseis-kai-ligi-istoria/, Στ. Παπαλεξανδρόπουλος, ιαπωνολόγος, θρησκειολόγος, μεταφραστής χάικου.                                    






Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Φαίνεται  πως στ’ αληθινά
ο νέος χρόνος αρχινά
τον Μάρτη το χιλιόγνωμο...

Έτσι ξεκινούσε το ποίημα που είχα γράψει στα γενέθλια των 50 μου...
Ακόμη ο νέος χρόνος, για μένα, την άνοιξη ξεκινά.
Συνέχιζα αρκετά παρακάτω:

*
Μα τι θυμός αυτή την άνοιξη
Οργή, βαθιά
όσο η νάρκη που προηγήθηκε
Οι παλιοί φίλοι Υμηττιώτες
σε διαμαρτυρίες περφόρμανς
στήνουν ένα άυλο μνημείο
στον άγνωστο ποιητή
ενόσω γύρω οι γνωστοί άγνωστοι, άγνωστοι και γνωστοί πένητες
και γνωστές κομμένες κεφαλές
κλωσσούν το αυγό του φιδιού

**
Στην Καισαριανή μεσημέρια και Σ/Κ
πυκνώνουν οικογένειες και ποδηλάτες,
παρέες φοιτητών και ομάδες θεάτρου
Η κρίση μάς βγάζει έξω
στους δρόμους και στους λόφους
Θυμός διεγερτικός κι εξωστρεφής, λοιπόν



Έτσι έλεγα κι έτσι κάναμε τότε, το 2012. Η κρίση τότε μας ενεργοποιούσε. 
Η τωρινή κρίση (υγείας, κοινωνική, εντέλει και οικονομική) μας απενεργοποιεί, 
μας ζορίζει μ' έναν τρόπο πρωτόγνωρο, που δεν έχουμε ακόμη τα εργαλεία να
επεξεργαστούμε. Όμως η κατακλείδα εκείνου του ποιήματος νομίζω ακόμη βοηθά:

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ*:
θυμόμαστε την άνοιξη
και προχωρούμε



* Ελύτης


Τρίτη 2 Ιουλίου 2019

ΔΩΡΕΑΝ                                       OPEN AIR FILM FESTIVAL ΚΑΙ ΑΣΤΑΚΟΣ ΣΤΟ ΜΠΡΑΧΑΜΙ 


Καλοκαίρι χωρίς θερινό σινεμά γίνεται;;;

Ε, όχι. Έτρεξα λοιπόν κι εγώ να δω τον περίφημο Αστακό, που για διάφορους λόγους (χρειάζεται μεγάλη και αχρείαστη παρέκβαση για να τους απαριθμήσω) δεν είχα δει. Ήταν στο αίθριο και οι γονείς της Αγγελικής Παπούλια, εκ των πρωταγωνιστών, που ήταν μαθήτρια στο Στρογγυλό (Κτίριο Ζενέτου), και πολύς άλλος γνωστός και άγνωστος κόσμος. Κάποιος στο τέλος αναρωτήθηκε αν καλώς αυτή η (δύσκολη) ταινία συμπεριελήφθη στο πρόγραμμα.


Λάτρεις του Λάνθιμου, ξέρω, υπάρχουν πολλοί, εγώ δεν συμπεριλαμβάνομαι, αλλά υπάρχουν κι αυτοί που δεν αντέχουν τις ταινίες του. Ξέρω επίσης αυτό που είδα και σκέφτηκα: άψογη σκηνοθετικά και στυλιστικά ταινία, με παράδοξο σενάριο που φέρνει σε επιστημονική φαντασία, και που έχει κάτι να πει, αλλιώτικα και σκληρότερα απ' ό,τι και όπως συνήθως λέγεται. 


Κάθε δημιούργημα τέχνης θέτει ως υπόθεση εργασίας ένα-δυο, όχι δεδομένα, ερωτήματα, και πάνω σ' αυτά επεξεργάζεται πιθανές απαντήσεις. Τι ζώο θα ήθελες να είσαι αν δεν μπορούσες να είσαι πια άνθρωπος; Αστακός. Αυτή την σαν από παιδικό παιχνίδι ερώτηση απαντά ο τίτλος του έργου.Όμως τα ουσιώδη ερωτήματα που θέτει  κατά τη διάρκεια της ταινίας δεν απαντώνται, επιτείνεται μάλιστα η αναπάντητη ερώτηση με το τραγουδάκι που ακολουθεί την τελική ζοφερή σκηνή: Τι 'ναι αυτό που το λένε αγάπη; ... Ποτέ, ποτέ κανένα στόμα δεν το 'βρε και δεν το 'πε ακόμα.


Το έργο τέχνης είναι εδώ για να θέτει ερωτήματα, να τα πραγματεύεται και στο τέλος να συνομολογεί πως ούτε κι έτσι, ούτε και τώρα, τα κατάφερε. Κι αν εδώ δηλώνεται εμφανώς και ρητώς το ζητούμενο: αγάπη, ανθρώπινες σχέσεις, αισθήματα, κοινωνική επιταγή και προσωπική ζωή, το καθαυτό ερώτημα που τίθεται μοιάζει  κάπως με την ερώτηση: τι εστί έρως, αγάπη κ.λπ. των παλιών μας λευκωμάτων, μοιάζει όμως ακόμα περισσότερο με τη βασική αρχαιοελληνική ερώτηση: Τι εστίν; τη βάση της φιλοσοφίας. Και μάλιστα πριν από την απάντηση: Έστιν ουν.... , που δοκιμάζει να δώσει κάποιες εκδοχές. 


Ρώτησα την 25χρονη κόρη μου αν είχε δει την ταινία, γυρνώντας στο σπίτι. Και βέβαια, αλλά δεν καταλάβαινε προς τι το δεύτερο μέρος. Περίεργη για μένα παρατήρηση που έχει, κατά τη γνώμη μου, ενδιαφέρουσα απάντηση:  θέση-αντίθεση-σύνθεση, αυτό το εγελιανό εργαλείο ανάγνωσης του κόσμου βοηθά και στην ανάγνωση της ταινίας. Εφόσον η κοινωνία υπεισέρχεται σε κάθε πτυχή της προσωπικής, συναισθηματικής και σεξουαλικής πτυχής της ζωής όλων (θέση), κάποιες ομάδες ατόμων, στο β' μέρος, εναντιώνονται σ' αυτό (αντίθεση), με τέτοιο όμως τρόπο που εξοβελίζει κάθε συναισθηματική και σεξουαλική ανθρωπινότητα (από-σύνθεση).  Εδώ δεν έχουμε τους συνήθεις καλούς αμερικανούς επαναστάτες, που σώζουν τον κόσμο, αλλά ένα διεστραμμένο αντικαθρέφτισμα της κοινοτοπίας ως κακού: κακό, επίσης απόλυτο και τυφλό. 


Η ταινία φαίνεται να παίζει με τις αντιστροφές συνεχώς: Η ομοιότητα και η ομοιομορφία κυριαρχούν αισθητικά και ιδεολογικά. Το αφανές ζητούμενο λοιπόν είναι η ετερότητα. Η παγαποντιά, η σκληρότητα και ο κυνισμός βασιλεύουν. Άρα η σπιρτάδα του πνεύματος και η εφευρετικότητα, το χιούμορ και η ανεκτικότητα ελλείπουν. Τα μυωπικά μάτια βλέπουν κάπως, τα τυφλά βλέπουν ακόμα καλύτερα, κατά το δίδαγμα του Οιδίποδα. Εξ ου και το συμβολικό καθρέφτισμα της τύφλωσης, στο τέλος.


Είναι πάντα ένα ερώτημα αν η αναπαράσταση του κακού οδηγεί προς τον αντίθετο δρόμο ή προς την αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Μια στιγμή λάμπει μέσα στον δυστοπικό εφιάλτη της ταινίας: όταν ακούγοντας μουσική που παίζεται ζωντανά στο καθιστικό κάποιου σπιτιού, δυο άνθρωποι ζουν αυτό το απαγορευμένο συναίσθημα της ταύτισης στον έρωτα, απαγορευμένο παντού αλλού. Μάλιστα δεν πρόκειται για εξιδανικευμένους ήρωες: ακόμα και τώρα ψάχνουν μιαν ομοιότητα, επαρκή βάση, δικαιολογητική της δυνατότητας ύπαρξης σχέσης μεταξύ τους. Το μόνο ηρωικό εδώ είναι ότι αφού δεν υπάρχει, την επινοούν και επιδιώκουν να την πραγματώσουν (χωρίς τίποτα να εγγυάται ότι θα τα καταφέρουν). Επίσης, ως ηρωική απόδραση από τον ιστό του απάνθρωπου μπορεί να ιδωθεί η μοναδική προαναγγελθείσα αυτοκτονία: επιλογή αληθινού θανάτου αντί καθημερινής τυραννίας.


Έρωτας και θάνατος είναι το δίπολο μέσα στο οποίο εγγράφεται η προβληματική της ταινίας, ακόμη κι αν αυτός ο θάνατος είναι κάτι σαν, μια προσομοίωση, μια μεταμόρφωση σε κάτι κατά τεκμήριο κατώτερο, σε μια ζωική, άλλη φυσική μορφή. Θυμάμαι μια φράση από Το Παιχνίδι του Κόσμου του Κ. Αξελού: Ο άνθρωπος είναι η αμφισβήτηση και η πρακτική εφαρμογή της φύσης, αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος που θέτει υπό ερώτηση και μεταμορφώνει την ανθρώπινη φύση του. 


Ένα δημιούργημα τέχνης παρέχει και αυτό το έργο: την αμφισβήτηση της φύσης των πραγμάτων. Ο άνθρωπος θέτει υπό ερώτηση την ανθρώπινη φύση του και παρακολουθεί τη μεταμόρφωσή της, από υποκείμενο σε αντικείμενο, από ανθρώπινο σε μη ανθρώπινο, που ίσως βρίσκεται πολύ πέρα από αυτό που θα ονομάζαμε ζωικό, συμβολικά, κάποιες φορές όμως εντελώς κυριολεκτικά.