Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

«Προσωπικό», αφοί Καλογεράκη / Μικρή Άρκτος


φωτ.: Μαριλόρ Κουλμίν-Κουτσάφτη
Τους άκουσα να τραγουδούν πρώτη φορά, πολύ σεμνούς, στον ποιητικό περίπατο στον Εθνικό Κήπο (απ' όπου και η φωτ.). Επρόκειτο για εκδήλωση του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης της Αθήνας (διοργάνωση του Κύκλου Ποιητών) το 2012. Τελικά, ο πρώτος δίσκος τους, με αυτή και νεότερη δουλειά, κυκλοφόρησε τέλος του 2016, σε ενορχήστρωση του Γιώργου Ανδρέου, η οποία (του οφείλεται έπαινος γι’ αυτό) παρέμεινε ουσιώδης αλλά σχεδόν αόρατη. Δεν παρενέβη στη φρεσκάδα, την απλότητα των τραγουδιών, δεν πλούμισε υπερβολικά το πρόσωπό τους. Τα σεβάστηκε αφεαυτά. Και δικαίως. Γιατί ένα από τα προτερήματά τους είναι αυτή η σαφής, καθαρή δομή τους.

Άλλο προτέρημά τους είναι ο διαλογικός χαρακτήρας της ποιητικής ανάγνωσης των δυο αδελφών. Το ότι είναι δίδυμοι τούς δίνει, φαίνεται, αυτή την ευκολία να αναπτύσσουν διάλογο αφενός εντός του ποιήματος μ’ αυτό τούτο ως κείμενο κι αφετέρου μεταξύ τους. Ανταποκρίνονται και εναλλάσσονται έτσι ώστε δημιουργούν οιονεί θεατρικές σκηνές, με αρχή-μέση-κορύφωση, όπως στο «Είναι δρόμοι». Διαλέγονται ουσιωδώς, αναδεικνύοντας τις λέξεις μία-μία, με το ειδικό της βάρος, τρόπος που κορυφώνεται στο ομώνυμο τού δίσκου ποίημα του Μιχάλη Γκανά, αλλά και στο ακροτελεύτιο του Ρουμί.

Οι εναλλαγές επίσης μεταξύ ποιητικής ανάγνωσης και τραγουδισμένου στίχου υπενθυμίζουν συνεχώς το υποκείμενο ποίημα ως τέτοιο, ενώ σ’ αυτό το σημείο υπεισέρχεται και το ακριβό μάθημα από την κρητική καταγωγή τους: μια μαθητεία στο βαθύ λαϊκό αίσθημα και στη λιτότητά του. Ένα τραγούδισμα που δεν διεκδικεί παρά μόνο τη σωστή τού στίχου τονικότητα. Έχουν κάτι από το υπέροχο μέταλλο της φωνής χαρακτηριστικών ανδρικών φωνών της Κρήτης (όπως ο Ξυλούρης, ας πούμε) μείον τη χαρακτηριστική –κι εδώ είναι το συν, τελικά– προφορά. Κι έτσι ο λόγος γίνεται οικουμενικός, κι όχι ντοπιολαλιά. Και μπορεί να συναντηθεί με το λόγο ενός Κρητικού ή Ηπειρώτη ή Χιλιάνου ή Αμερικανού beat ή όποιου, εντέλει, ποιητή ταιριάξει στην ιδιοσυστασία τους.

Με μια ιδιαιτερότητα, μάλιστα, που ξαφνιάζει ευχάριστα: δεν επιλέγουν αποκλειστικά ομοιοκατάληκτη ποίηση, με τις ευκολίες και τις δυσκολίες της ρίμας, ακόμη περισσότερο, δεν επενδύουν στο εύκολο κρητικό ηχητικό ή μουσικό ιδίωμα (εδώ δεν μπορώ παρά να θυμηθώ τον ορυμαγδό της κουρελιασμένης, ρηχής, επαναλαμβανόμενης δήθεν μαντινάδας που κυκλοφορεί πλέον, τις φθαρμένες –και διεφθαρμένες– κόπιες λαϊκής δημιουργίας). Αντιθέτως, δουλεύουν με το νόημα, τις κατ’ επιλογήν επαναλήψεις και τις παρηχήσεις, δημιουργώντας τραγούδια αλλιώτικα από του συρμού, που δεν βασίζονται στη συνεχή επανάληψη του ρεφραίν για να δημιουργήσουν ηχώ.

Ύστερα, είναι αυτό το κάτι πολιτικό που φέρνουν στο νου οι στίχοι και η φωνή τής Φαραντούρη στα «Πατώματα» του Μπρεχτ, ή το «Ξεχνάμε» του Ντίνου Σιώτη, που θυμίζουν τις καλύτερες στιγμές του πολιτικού τραγουδιού όπως μας συγκίνησε παλιά κι όπως μας ανησυχεί τώρα, όταν είμαστε μονίμως ψυλλιασμένοι απέναντί του: Πώς μπορεί να στοιχηθεί μαζί με την ποίηση, πώς να μην καπελώσει, πώς να μην δώσει τον κυρίαρχο τόνο; Κατορθώνουν, παρ’ όλα αυτά στον ίδιο δίσκο να φτιάξουν ένα ατόφιο λυρικό τραγούδι, τα «Σύννεφα», σε στίχους Γ. Ευθυμιάδη, το οποίο η Φαραντούρη τόσο αισθαντικά (ναι, το ακούω ξανά και ξανά, ξέρω πια τι στ’ αλήθεια σημαίνει αισθαντικά) αποδίδει! Κι έπειτα, ποιος είπε πως η ποίηση δεν είναι πολιτική με την κυριολεκτική και ανώτερη σημασία της…

Τελευταίο, μα σημαντικό: Υπάρχει μια σοβαρότητα αλλά κι ένα κλείσιμο τού ματιού, ένα υπόγειο ρεύμα χιούμορ, μια πικρή ειρωνεία που διαρρέει σ’ όλο το μήκος του τον δίσκο. Ξεπετάγεται με παραφωνίες και κραυγούλες στο «Μαζί» ή στους στίχους του «Λουκάνικο Μπέρι», όπως και στον τίτλο «Να πεθαίνεις απ’ τα γέλια», υπενθυμίζοντας την ηλικία και τις υγιείς αντιστάσεις τους. Για του λόγου το ασφαλές σημειώνω πως από τους στίχους του Μηνά Δημάκη που μελοποίησαν […] Λόγια ειπωμένα μόνο για τον άνεμο: «Αν κάποτε μ’ αφήσεις θα πεθάνω» / Κι άλλα χιμαιρικά που λένε στις αγάπες, αυτό τον τελευταίο στίχο οι νεαροί τον παρέλειψαν (δικαιολογημένα), μα ο επιμελητής της έκδοσης βιβλίου και CD Παρασκευάς Καρασούλος (δικαίως) τον περιέλαβε. Νά πώς διαφορετικές γενιές μπορούν να δουλεύουν μαζί, προσπορίζοντας ο καθένας το έχει του: φρεσκάδα + πείρα ζωής˙ αισιοδοξία + γνώση για την αναγνώριση του νέου που κουβαλά κάτι απ’ το καλύτερο παλιό.
Αυτοί παιδί μου δεν θα μείνουν μόνο σ’ αυτά εδώ, ελπίζω. Θα μας ξαφνιάσουν ξανά εύχομαι, ευχάριστα και πάλι…  

















Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017


Παραπέμπω στο «Φρέαρ» http://frear.gr/?p=16501 η έντυπη μορφή του οποίου έλαβε τιμητική διάκριση (μαζί με τη«Νέα Ευθύνη») στα κρατικά βραβεία που απονεμήθηκαν πρόσφατα, για τη συμβολή τους στην προβολή και διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας, για την πρώτη δημοσίευση του κειμένου μου για δύο βιβλία:
1913 – Η χρονιά πριν από τη θύελλα του Φλόριαν Ίλις 
και 
Τσιμουδιά του Σαρλί Ντελουάρτ
εκδόσεις Utopia
Τι είναι η Ιστορία; Οι μεγάλες αναμετρήσεις, οι βαριές ημερομηνίες, τα στρατιωτικά και οικονομικά γεγονότα ή οι ανθρώπινες ιστορίες, οι εμπλεκόμενες ζωές, οι ζοφερές λεπτομέρειες; Η μεγάλη Ιστορία μπορεί άραγε να διαβαστεί χωρίς την «έμψυχη ιστορία» [1] , χωρίς να ληφθεί υπόψη πώς οι άνθρωποι εμπλέκονται και ταυτοχρόνως μεγαλουργούν ή/και συνθλίβονται από εκείνα που η ιστορική επιστήμη αργότερα θα κατονομάσει και αρχειοθετήσει;.........................



Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Από τον PRUFROCK (1917) του Έλιοτ

               ένας αιώνας τώρα

   Μετάφραση Γ. Νίκα, εκδ. της Εστίας


.....
Και θα υπάρχει αληθινά καιρός
για την καπνιά την κίτρινη που δίχως φούρια
γλιστράει στο δρόμο τρίβοντας την πλάτη στα παντζούρια˙
θα υπάρχει άφθονος καιρός
να προετοιμάσεις ένα πρόσωπο για ν' απαντήσεις
τα πρόσωπα που απαντάς˙ κι επίσης 
καιρός για εγκλήματα και για δημιουργία,
και για όλα τα έργα και τις μέρες των χεριών
που σου αποθέτουνε στο πιάτο μια απορία˙
καιρός πολύς και για τους δυο μας,
καιρός για χίλιες αντιφάσεις,
για χίλιες ενοράσεις κι αντιδράσεις,
πριν πάρουμε το τσάι και το γλυκό μας.

Οι γυναίκες στο δωμάτιο ως έρχονται και πάνε
για τον Μικελάντζελο μιλάνε.

......                           

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016


Όψεις και διαθέσεις ρεαλισμού
της ΜΑΡΙΑΣ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ
 για δύο βιβλία των Εκδόσεων της Εστίας, 
Εκτός Έδρας του Ανδρέα Αντωνιάδη, 
και τα δικά μου αφηγήματα
Το Ταξίδι του Αλ του Χημιστή. 
 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ των ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ Σ/Κ 16-17 Ιουλίου 2016 
στο Ανοιχτό βιβλίο - Επιμέλεια: Μισέλ Φάις.  βλ. https://www.efsyn.gr/arthro/opseis-kai-diatheseis-realismoy   Ξεχώρισα και παραθέτω: 
...η συγγραφέας οριοθετεί τη δική της πορεία στον χρόνο μέσα από την αναγνωστική περιπέτεια. Ανιχνεύει στην πνευματική αλληλεγγύη των εποχών το ελιξήριο της νεότητας που καταργεί τον θάνατο.
Η φιλοσοφική λίθος που θα μπορούσε να μεταστοιχειώσει τα ευτελή υλικά σε χρυσό είναι εδώ τα κείμενα κοινού πλούτου, όπως τα δημοτικά τραγούδια ή εκείνα των σπουδαίων συγγραφέων με τους οποίους διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας∙ αυτά εμβολίζει με ευδιάκριτο τρόπο στον δικό της αφηγηματικό ιστό...

Στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ Ιουνίου, σελ. 653, η Τούλα Ρεπαπή γράφει για το βιβλίο:
ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝΟ Στο βιβλίο της Γιούλης Βολανάκη, με τον τίτλο «Το Ταξίδι του Αλ του Χημιστή», σαν εισαγωγή αλλά και σαν αυλαία στα διηγήματά της έχει  δική της ποίηση με τους τίτλους, Με φωνή εφηβική και Υφαίνοντας φωνές στον αέρα, αντίστοιχα. Διακρίνονται τα ίδια χαρακτηριστικά και στα οκτώ διηγήματα που ακολουθούν, τα οποία και αυτά χωρίζονται σε δύο ενότητες. Η πρώτη έχει τίτλο Πλέκοντας τη φωνή μου με άλλες και η δεύτερη, Με τη φωνή άλλων.

Και η αφήγηση αρχίζει, με ήρωες τις αναμνήσεις από τα φαντάσματα των ανθρώπων που από παιδάκι αγάπησε... Μια οικογένεια του μόχθου που, όμως, έχει στενή σχέση με τη γραφή. Πόνος υπόγειος, τύψεις, ενοχές και νοσταλγία διαπερνούν το κείμενο για την απώλεια των γονέων...Τώρα, όσο κι αν θέλει να τους μιμηθεί γράφοντας, είτε για να τους νοιώσει και πάλι κοντά της είτε για να αναγνωρίσει έστω και εκ των υστέρων την προσφορά τους, το ερώτημα παραμένει: για ποιον γράφει κάποιος; Μήπως γράφει για τη ζωή που πέρασε, αφήνοντας μνήμες, ρωγμές, σιωπές και κενά;

...Μοιάζει η Ζωή να απλώνεται σαν να είναι μια τεθλασμένη γραμμή που την ορίζουν στιγμιαία αποφασιστικά σημεία και που μέσα τους φωλιάζουν οι μνήμες, από την πόλη που γεννήθηκες και τους ανθρώπους που ήταν τότε δίπλα σου ορίζοντας πλέον τα βήματα της ζωής. Αυτά εντοπίζει στις περιγραφές της, ενώ άνθρωποι πολύχρωμοι ζωντανεύουν γύρω της. ...ένα παιδάκι γνωρίζει τον θάνατο πριν γνωρίσει τη ζωή. Κάποιος θέλει να ταξιδέψει για κάπου εντελώς αλλού! Ποιο να είναι άραγε αυτό το ταξίδι; Είναι για κάπου μακριά; Είναι, άραγε, ένα ταξίδι του νου μακριά από τις μνήμες; Ή, μήπως, είναι εκείνο το ταξίδι χωρίς επιστροφή στο χάος των αστεριών; Ίσως να είναι και το μόνον της ζωής του ταξείδιον! 
...αλλού, μια υπάλληλος ενός σούπερ μάρκετ παρατηρεί. Ένας κύριος, στο καφέ ΝΑΡΚΗ, ζητά να κάτσει στο ίδιο τραπέζι που κάθεται μια κυρία μόνη. Ο άνδρας εμφανώς μάχεται τον χρόνο. Σαν τον Δον Ζουάν, παλεύει κι αυτός με ματαιότητα το ανέφικτο. Να τον νικήσει. Κι από κατακτητής, μετατρέπεται σε συλλέκτη. Συλλέκτη στιγμών. Όπως ο θάνατος που συλλέγει, τραγωδία, δράμα, έρωτα…

 Η συγγραφέας, εντοπίζοντας τόπο και χρόνο, καταγράφει την εποχή, όπου ιδέες, λέξεις, αισθήματα, εφηβεία, ενηλικίωση, γήρας και χρόνος, όλα μαζί υφαίνονται και ορίζουν τη διαδρομή της ζωής, διαφοροποιώντας ταυτόχρονα την έκφραση και τοποθέτηση του ατόμου. Μέσα σε αυτά, ένα σύνολο αφηγήσεων που έχουν συνοχή μεταξύ τους και εξέλιξη, αλλάζει προσωπεία αποδίνοντας την προσωπική πλευρά ενός εκάστου εκ των ηρώων, σκιαγραφώντας ταυτόχρονα τον κόσμο τους. Τον κόσμο της.  Επιλέγει να μπαίνει σε ρόλους. Αλλού είναι η κόρη, αλλού είναι ο πατέρας και αλλού είναι ένας παράξενος γιος. Γίνεται, η φωνή όλων. Και η δική της. Έτσι τους ξαναζωντανεύει μέσα στις σελίδες της και μέσα στο μυαλό της. Και, μέσα από αυτούς θυμάται. Σαν αυτή πια να είναι η εξέλιξη όλων. Και ερωτά: τα δικά μας παιδιά, αλλά και τα δικά τους, σε ποια ουτοπία της πραγματικότητας θα ζήσουν; Και θα καταφέρουν ποτέ να απαλλαγούν από τα αμαρτήματα των γονέων τους;  Όταν, τα λάθη επαναλαμβάνονται συνεχώς! Ανθρώπων φύση!

...Οι ήρωες, αν και αντιστέκονται στην επιβεβλημένη πραγματικότητα άλλοτε με τη γραφή και άλλοτε με την εκπλήρωση κάποιων επιθυμιών τους, μοιάζει, μια προκαθορισμένη μοίρα να κάνει γι' αυτούς τις δικές της επιλογές. 

 Το κείμενο, αν και αποτυπώνεται με συγκρατημένη/ελεγχόμενη γραφή, ωστόσο ξεχειλίζει από στοργή και αγάπη για τον άνθρωπο και τις μνήμες που αφήνει  φεύγοντας. Ο  χρόνος παραμένει ο μεγάλος πρωταγωνιστής που άλλοτε παγώνει και άλλοτε διαθλάται χαράζοντας και σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του. Αυτοί είναι και οι πρωταγωνιστές της Γιούλης Βολανάκη. Ο άνθρωπος, ο χρόνος και ο λόγος. Ο λόγος στις αφηγήσεις της έχει δύο ρόλους. Του πρωταγωνιστή αλλά και του συγγραφικού καταλύτη μέσα από τον οποίο άνθρωπος και χρόνος θα εκφραστούν και θα αποτυπωθούν.

Επίσης, στη γραφή της υπάρχει ένα βλέμμα σοφίας και στοργής που χαιρετίζει τη ζωή, εκφράζει την αγωνία της για το μέλλον, αναφωνώντας ταυτόχρονα «είμαστε ήδη νεκροί!». Με πολλές εμβόλιμες αναφορές/αποσπάσματα σε σημαντικά λογοτεχνικά κείμενα, ποίηση και μαντινάδες, ντύνει τα κείμενά της, με αποτέλεσμα να τα προεκτείνει στον ορίζοντα, δίνοντας  επιπλέον βαρύτητα και βάθος σε αυτά. Ανάμεσά τους και η δική της ποίηση. Μοιάζει με υφαντό από τα νήματα της ζωής της και σαΐτα τον χρόνο, με τις  λέξεις να σέρνονται στις αράδες της σαν να έχουν κρόσσια, χαράζοντας και αφήνοντας πίσω τους άλλοτε ρωγμές και άλλοτε απλές μαύρες γραμμές. Με τον χρόνο πολλάκις να μην συμπίπτει, με γραφή ποιητική ακόμη κι όταν κάνει πεζογραφία, αφηγείται άλλοτε με τη δική της φωνή και άλλοτε με τη φωνή άλλων. Φωνή, άραγε, σημαίνει λόγος για τη συγγραφέα; Ίσως!

Εμπνευσμένο εξώφυλλο καλύπτει το σύνολο των αφηγημάτων, ανταποκρινόμενο απόλυτα στο περιεχόμενο του βιβλίου. Έχει για εικόνα, σε σπειροειδή γραφή, μια ρήση του υπαρξιστή φιλόσοφου Χάιντεγκερ, που παρουσιάζεται σαν δύο όμοια δακτυλικά αποτυπώματα. Το ένα είναι έγχρωμο, παραπέμποντας στην χρωματική ανάλυση του φωτός  και στην έγχρωμη αποτύπωση της ζωής και, δίπλα του, το ίδιο ακριβώς είναι μουντό και ασπρόμαυρο. Χωρίς ζωή. Νεκρό. Σαν ...να θέλει να αποτυπώσει τη ζωή και το θάνατο, το φυσικό και το μεταφυσικό, ενώ η ενδιάμεση απόσταση που παρεμβάλλεται μεταξύ τους ίσως να είναι ο χρόνος και η ρήση να είναι ο λόγος. Μοιάζει, αυτό να ήθελε και στο εξώφυλλο να αποτυπωθεί η συγγραφέας, όπως ακριβώς κάνει και στα τόσο καλογραμμένα διηγήματά της.

Το βιβλίο «Το ταξίδι του Αλ του Χημιστή» είναι ένα βιβλίο ποιητικό, νοσταλγικό, ανθρώπινο, που οδηγεί τον αναγνώστη και σε άλλες πιο υψηλές σκέψεις, τις υπαρξιακές.

(Σημ.: οι υπογραμμίσεις και η επιλογή των αποσπασμάτων, δικές μου)


Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ αφιέρωμα στον Μένη Κουμανταρέα

Φιλοξενείται επίσης το κείμενό μου 

Η απομυθοποίηση των μύθων

για το βιβλίο 

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ ΟΙ ΕΥΤΥΧΕΙΣ

της ΓΙΑΣΜΙΝΑ ΡΕΖΑ 
μτφρ. ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΙΜΠΛΗΣ, εκδόσεις ΕΣΤΙΑ


«Προτρέπει» ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στον Μονόδρομο, στο κείμενό του με τίτλο Αρχές των τεράστιων τόμων ή η τέχνη να γράφεις χοντρά βιβλία, μεταξύ άλλων: «Ι. Η όλη ανάπτυξη πρέπει να διαπερνάται συνεχώς από τη φλύαρη έκθεση του αρχικού σχεδίου… VI. Σχέσεις που μπορούν να παρασταθούν γραφικά πρέπει να ερμηνεύονται με λόγια. Αντί, π.χ., να σχεδιάζεται ένα γενεαλογικό δέντρο, να εκτίθενται και περιγράφονται όλες οι σχέσεις συγγενείας»*...

Δεν γνωρίζω βέβαια αν η Γιασμίνα Ρεζά έχει μελετήσει τους αφορισμούς του Μπένγιαμιν, όμως είναι σαφές πως το ελάχιστο σε όγκο βιβλίο της Ευτυχισμένοι οι Ευτυχείς κρύβει τόσο καλά το σχέδιό του, με την αποσπασματική δομή και την παντελή έλλειψη πληροφοριών περί τη συγγένεια ή τις σχέσεις των προσώπων, που τελειώνοντάς το αναφωνείς: Αυτό το βιβλίο πρέπει να το ξαναδιαβάσω! Στην περίπτωση του βιβλίου τής Ρεζά πρόκειται κυριολεκτικά για μια πράξη ανάγκης.

Ανάγκη, να συγκροτηθούν τα πρόσωπα-ψηφίδες του βιβλίου σε ένα όλον.
Ανάγκη, να ιδωθούν τα πρώτα με βάση τα ύστερα.
Ανάγκη, να ξαναδιαβαστούν οι επισημάνσεις σε σχέση με την αέναη πάλη των φύλων˙ οι περιγραφές της συνεχούς μάχης της καθημερινότητας˙ οι μύχιες σκέψεις˙ οι άλλοτε λελογισμένες, άλλοτε απεγνωσμένες αποδράσεις από τα κατά συνθήκην ψεύδη της σύγχρονης ζωής.

… φαντάζομαι τον εαυτό μου να τρέχει με ταχύτητα σ’ έναν περιφερειακό, έχοντας βάλει στο τέρμα το Sodade, ένα τραγούδι που ανακάλυψα πρόσφατα, από το οποίο δεν καταλαβαίνω τίποτα, εκτός από τη μοναξιά της φωνής, και τη λέξη μοναξιά που επαναλαμβάνεται αενάως, ακόμα κι αν μου λένε ότι αυτή η λέξη δεν σημαίνει μοναξιά αλλά νοσταλγία, αλλά έλλειψη, αλλά λύπη, αλλά μελαγχολία, τόσα πράγματα ιδιωτικά, που δεν μοιράζονται και που λέγονται μοναξιά, όπως λέγονται μοναξιά το οικογενειακό καρότσι, ο διάδρομος με τα λάδια και τα ξύδια, και ο άντρας που εκλιπαρεί τη γυναίκα του κάτω από τα νέον.

Ήρωας του βιβλίου είναι η οικογένεια. Η διαλυμένη, κατακερματισμένη, αναγκαία;;; και μη ικανή οικογένεια της σύγχρονης μεγαλούπολης. Όμως, τα ζεύγη δεν υφίστανται ως ζεύγη, μόνο ως μοναχικά, ερριμμένα στο αστικό σύμπαν άτομα.
Και ο αναγνώστης χρειάζεται έναν χάρτη συγγενών, φίλων, παιδιών, εραστών, για να κυκλοφορήσει σ’ αυτό το παγιδευμένο πεδίο μάχης.
Η δομή είναι η απλούστερη δυνατή. Κάθε κεφάλαιο κι ένα όνομα: άντρες και γυναίκες, γιοι και κόρες, σύζυγοι και εργένηδες, γέροι, νέοι και μεσήλικες, συστήνονται  με τ’ όνομά τους και μας μιλούν σε α΄ πρόσωπο για το momentum της ύπαρξής τους.
Είμαστε ο εξομολόγος και ο ψυχαναλυτής τους.
Μας φανερώνουν κάμποσα και κρύβουν όσα θα μαντέψουμε από τις εξομολογήσεις των υπολοίπων.


Αντιγράφω ξανά τον Μπένγιαμιν: «Για τον ιδιοφυή, κάθε τομή της ζωής και τα βαριά πλήγματα της μοίρας έρχονται όπως ο ύπνος ο απαλός μέσα στη φιλοπονία του δικού του εργαστηρίου. Και τα τοποθετεί μέσα σ’ ένα θραύσμα».  Από τέτοια θραύσματα δημιουργεί η Ρεζά ένα παζλ που θα πρέπει εμείς αντί της συγγραφέα να το συναρμολογήσουμε και το οποίο αναλαμβάνει το ρόλο που θα είχε η παραδοσιακή αφηγηματική διασύνδεση.

Αν όμως η παράθεση θραυσμάτων ως δομή είναι η βάση του κειμένου, η σκιαγράφηση των προσώπων είναι η ουσία του. Πρόκειται για θεατρικές φιγούρες, θα μπορούσε να πει κανείς μαριονέτες.
Ο λόγος τους είναι ένας μονόλογος προς εαυτόν μπροστά στον καθρέφτη. Οι λέξεις τους, λιτές, ρέουσες, τρέχουσες, αφτιασίδωτες. Οι πράξεις τους κοινές: ψώνια στο σούπερ μάρκετ, επισκέψεις στο γιατρό, συναντήσεις, συναναστροφές, συζητήσεις μετά ή άνευ νοήματος, ερωτικές συνευρέσεις, εμμονές.
Κι έπειτα, άλλες πράξεις, πιο αρσενικές ή θηλυκές: εμπλοκή σε επιχειρηματικά σχέδια, χαρτοπαιξία, επαγγελματικές υποχρεώσεις, τα του οίκου…

Συγκρούσεις, επίσης, όπως στο αρχαίο δράμα. Η τραγωδία είναι μίμησις όχι ανθρώπων αλλά πράξεως και βίου, όπως μας έχει πει ο Αριστοτέλης.
Η Ρεζά δημιουργεί μια σύγχρονη αστική τραγωδία, που βασίζεται στο ήθος και στη διάνοια της δικής της συγχρονίας. Στις συγκρούσεις της εποχής μας. Στη σύγκρουση του ανθρώπου με τον εαυτό του μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης μεγαλούπολης, δίχως μεταφυσικά, ηθικά ή μυθικά στηρίγματα, ενώπιος ενωπίω μα αποστασιοποιημένα από τα ίδια του τα αισθήματα.
Κι έτσι βέβαια δεν μπορεί να επινοήσει μια κάθαρση (που σήμερα δεν θα μπορούσε να υπάρχει) ούτε από μηχανής θεό.
Υπάρχει βέβαια αντί αυτών ο θάνατος.
Εκεί συναντιούνται τα ασύνδετα μέχρι τότε πρόσωπα, σιωπηλά πλέον. Εκεί συναντιόμαστε όλοι άλλωστε.

… Ό,τι υπάρχει μπροστά στα μάτια μας έχει περάσει ήδη. Δεν θλίβομαι. Τα πράγματα είναι φτιαγμένα για να χάνονται. Θα φύγω χωρίς ιστορία. Δεν θα υπάρξει φέρετρο ούτε οστά. Όλα θα συνεχιστούν όπως πάντα. Όλα θα τα πάρει εύθυμα το νερό.


Μπαίνει πάντως κανείς στον πειρασμό να ξαναδιαβάσει το βιβλίο όχι μόνο για να συναρμολογήσει το παζλ που του παρέδωσε η συγγραφέας, αλλά και για να το γράψει αλλιώς. Θα μπορούσε ν’ αλλάξει τη σειρά: να βάλει, επί παραδείγματι, τους γιατρούς επικεφαλής της μακράς σειράς των οιονεί αρρώστων συνανθρώπων τους. Τους συζύγους δίπλα στους πεθερούς και τους φίλους συντροφιά με τους φίλους τους. Να παίξει, εν πάση περιπτώσει, το παιχνίδι της μεταμοντερνικότητας.
Γιατί όχι; Δεδομένου ότι κι αυτοί ακόμη που θα τους θεωρούσαμε δευτερεύοντες χαρακτήρες έχουν το δικό τους αυτοτελές μερίδιο, τη δική τους βαρύνουσα σημασία στην απομυθοποίηση των μύθων που σκαρώνει η Ρεζά. Η οποία υπομειδιά πικρά, και κινεί τις μαριονέτες της μπλέκοντας αξεδιάλυτα τα νήματά τους.

Τον τελευταίο χρόνο της ζωής της, η γιαγιά σου τα είχε χάσει λίγο, λέει η Μαργκερίτ. Ήθελε να πάει στο χωριό να πάρει τα παιδιά της. Έλεγα, μαμά δεν έχεις πια παιδιά. Ναι έχω, ναι, πρέπει να τα φέρω πίσω στο σπίτι. Φεύγαμε για να βρούμε τα παιδιά της στο Πετί-Κεβιγί. Εκμεταλλευόμουν την ευκαιρία για να τη βάλω να περπατήσει. Είχε πλάκα που πηγαίναμε να βρούμε εμάς, τον Ερνέστ και μένα, εξήντα χρόνια νωρίτερα.



* ΜΠΕΝΓΙΑΜΙΝ  Εκλογή, Εισαγωγή – Μετάφραση:  Σπύρος  Δοντάς, εκδ. στιγμή

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

CRAFTBOOK ΙΙ – ETEΡΟΤΗΤΑ


 Κείμενο που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου 
στο καφέ Μύρτιλλο //www.facebook.com/Myrtillo//

CRAFTBOOK ΙΙ 

ΚΡΙΣΗ και ETEΡΟΤΗΤΑ  

Ας αρχίσουμε από την κρίση, δεδομένου ότι η ομάδα CRAFT υπάρχει εξαιτίας και εναντίον της κρίσης. Το πώς η κρίση επηρέασε την κοινωνία ως σύνολο, τον καθένα ξεχωριστά στην εργασιακή και προσωπική ζωή του, πώς επηρέασε το νέο πολυσύνθετο είδος οικογενειών που βλέπουμε συνεχώς να επεκτείνονται γύρω μας –μονογονεϊκές, ομοφυλοφιλικές, πολυ-γαμικές, πολυεθνικές–, αυτές τις επιδράσεις δεν τις έχουμε μελετήσει ως όλον. Και πρέπει να ξεφύγει κανείς από το αμιγώς προσωπικό ή το αυστηρά οικονομικό για να τις ψηλαφήσει.

Δεν μπορούμε πάντως να μην καταμετρήσουμε δίπλα στις αμέτρητες απώλειες και κάποιες παράπλευρες θετικές επιρροές. Αυτό που θα λέγαμε αλλαγή παραδείγματος:

Άνθρωποι, δηλαδή, που συνενώνονται και προσπαθούν να εφεύρουν μια χαμένη συλλογικότητα, σε επαγγελματικές είτε / και κοινωνικές δραστηριότητες. Καλλιτέχνες που καταφέρνουν να καθρεφτίσουν στην τέχνη τους τον αναβρασμό τού εδώ και τώρα. Συλλογικότητες που προσπαθούν να συνδεθούν με τη φύση και την οικολογία, με την πολιτική, με την κοινωνία, χρησιμοποιώντας άλλοτε επεξεργασμένους, άλλοτε αταβιστικούς τρόπους.

Παιδί της Κρίσης και του Δικτυακού χώρου το CRAFT, είναι τέκνο αυτής ακριβώς της θετικής ματιάς σ’ έναν κόσμο που αν ο καθένας μας δεν τον στηρίξει με τα αδύναμα χέρια του, μπορεί και να καταρρεύσει. Είναι ένα παράδειγμα τέτοιων προσπαθειών ο χώρος που μας φιλοξενεί, το Μύρτιλλο. Κοινωνική Συνεταιριστική επιχείρηση που, παρά τα βραβεία που έχει λάβει, εξακολουθεί να παλεύει για την αξιοπρέπεια και την επιβίωση σε ζόρικους καιρούς. Άλλο ένα, το Κοινωνικό Ωδείο στον Βύρωνα. Ένα ακόμη, η σχετική ηρεμία με την οποία αντιμετωπίσαμε τα capital controls και η συνεισφορά ομάδων εθελοντών και μεμονωμένων πολιτών στους πρόσφυγες που καταφτάνουν στη χώρα μας.

Η οικονομική κρίση έφερε λοιπόν μια όξυνση της κρίσης και της ευαισθησίας μας, μια διάκριση του τι είναι σημαντικό. Μας θύμισε πως εκτός της προσωπικής επιτυχίας και της ευμάρειας υπάρχει η Ελευθερία, η Ισότητα και η Αδελφότητα.

Πως μέτρον όλων είναι ο άνθρωπος. Όχι μόνον ο διπλανός, αλλά και ο απέναντι, ο αλλόγλωσσος, ο διαφορετικός, ο κουήρ. Ο κόσμος μας, όσο κι αν κάποιοι θερμοκέφαλοι δεν θέλουν να το αναγνωρίσουν, είναι ένα πολύχρωμο πάτσγουερκ εθνικοτήτων, φύλων και φυλών, δυνατοτήτων και ικανοτήτων, πιστεύω και νοοτροπιών. Σαν το «Δώρο της Παπλωματούς» στο ομώνυμο παραμύθι. Ένα τέτοιο δώρο πάτσγουερκ είναι το βιβλίο ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ, της ομάδας CRAFT και των Μικρών Εκδόσεων. 

Τι είναι, όμως, η ετερότητα;;; 

Κάθε συμμετέχων, από τους 91 συνολικά, με τον δικό του τρόπο, με ιστορίες ή ποιήματα, αποφθεύγματα ή αφορισμούς, εικόνες, γλυπτά ή ζωγραφική, δίνει μιαν απάντηση που μπορεί να συμπληρώνει ή να κοντράρεται μ’ αυτήν του επομένου. Ν’ ακούσουμε κάποιες:

  • ·    Καθένας από μας υπάρχει με τον δικό του μοναδικό και αυθεντικό τρόπο και συνάμα όλοι μαζί ανήκουμε στα «ανθισμένα τοπία» της ανθρωπότητας.
  • ·         Ανάμεσά μας κάθε στιγμή τώρα ένας άνθρωπος κουρασμένος, που έρχεται από μακριά, από μιαν άλλη χώρα, πιστεύει σ’ άλλο θεό, ερωτεύεται αλλιώς, μιλάει με φθόγγους, τραγουδάει μόνο μέσα του πια...
  • ·       Ο Άλλος δε βρίσκεται στα σκίτσα του Σαρλί Εμπντό˙ ο Άλλος είναι στον καθρέφτη όπου Δεν Μπορώ να κοιταχτώ.
  • ·        Να διψάτε ο ένας άνθρωπος τον άλλο.
  • ·        Και τότες εραγίστηκε κι ήρθε αλλιώς ο κόσμος κι ο ουρανός περπάταγε κι η θάλασσα πετούσε και τα βουνά κρυβόντουσαν μες στων ψαριών τα μάτια.
  • ·         Είμαστε όλοι μετανάστες σ’ αυτή τη γη. Μερικούς τους ξέβρασε η θάλασσα σε χρυσαφένια αμμουδιά κι ο ήλιος ξασπρίζει τα κόκκαλά τους με δέος.
  • ·       Ήρθε ο Άλλος, σημαδεμένος, διαφορετικός, ήρθε μέσα από παραβολές, από παραμύθια, σαν τον «Αυλητή του Χάμελιν», όπου σώθηκαν από τη σαγήνη του μαγεμένου αυλού, που πήγαινε τα παιδιά στο χαμό, τρία μόνο: ένα τυφλό, ένα κουφό και ένα κουτσό. Αυτά που δεν ταίριαξαν, δεν προσαρμόστηκαν στο ρεύμα, δεν μπορούσαν να ακούσουν, να δουν, να προλάβουν, και έτσι σώθηκαν. Μακάριοι, λοιπόν, οι Ξένοι, οι Αταίριαστοι, οι διαφορετικοί, οι ενάντια στο ρεύμα, αυτοί που φέρνουν το καινούργιο, αυτοί που ακολουθούν το δικό τους δρόμο.
  • ·        Τώρα το σπίτι σου είναι χτισμένο μόνο από σάρκα και αίμα. Κι όσες φορές κι αν σε διώξουν, το παίρνεις μαζί σου.


Και ω του θαύματος, κάποιος αναφωνεί

  • ·       Ω πολύχρωμο, ετερότητας προϊόν! Τι χάρμα οφθαλμών!


λες για το πάπλωμα της θαυμαστής παπλωματούς ή, λες, ακριβώς για το βιβλίο μας, το CRAFTBOOK ΙΙ – ETEΡΟΤΗΤΑ.


Γιούλη Βολανάκη

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ




ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ ΣΤΟΝ ΑΞΕΛΟ

Όλα ξεκίνησαν παρατηρώντας πρόσωπα, φτιάχνοντας μικρά πορτρέτα κοντινών ανθρώπων. Προσπαθώντας να εντοπίσω το ευειδές και το δυσειδές όχι στην όψη τους αλλά στο είναι τους, στη σχέση τους με τους άλλους, με τη φύση, με τον κόσμο. Και κατέληγα στο ότι προτιμώ τη φύση χωρίς ανθρώπους, παρά με αυτούς. Όμως, όπως λέει και ο Αξελός, μια φιγούρα που με συνόδευε επί μία δεκαετία περίπου με τα βιβλία και τον λόγο του: Τι θα ήταν άραγε το παιχνίδι του κόσμου χωρίς ανθρώπους;



Ο  Έγκον Φριντέλ στην Πολιτιστική ιστορία της αρχαίας Ελλάδας (εκδ. Τόπος, μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ)  υποστηρίζει ότι με τον Σωκράτη η ελληνική τάση προς το παιχνίδι έφτασε στην πιο ιλιγγιώδη κορυφή της: ο Σωκράτης έπαιζε σ’ ολόκληρη τη ζωή του την κωμωδία που λέγεται φιλοσοφία και στο τέρμα της σκηνοθέτησε, συνειδητά και ψύχραιμα, την τραγωδία που λέγεται Σωκράτης.

O Σωκράτης ήταν γιος μιας μαίας, της Φαιναρέτης, κι ενός γλύπτη, του Σωφρονίσκου. Ευλόγως λοιπόν εφηύρε εφενός τη μαιευτική ως μέθοδο διδασκαλίας και διερεύνησης, αφετέρου το παιχνίδι των ερωταποκρίσεων, κατ’ αντιστοιχίαν του παιχνιδιού μεταξύ όγκου και φωτός, του πατρός.
Στις Νεφέλες  του, ο Αριστοφάνης διακωμωδεί τον Σωκράτη και τη διδασκαλία του. Στο μέσον της παράστασης αυτής είναι που ο Σωκράτης σηκώνεται και λέει κάτι ασυνάρτητα του τύπου εν οίδα ότι ουδέν οίδα, προκαλώντας τρανταχτά γέλια. Συμπεριφέρεται ως «αλογόμυγα» που τσιμπά για να ξυπνήσουν από τον λήθαργό τους οι άνθρωποι και κατηγορείται ότι εισάγει καινά δαιμόνια, διαφθείροντας τους νέους. Μεθοδευμένα, με αξιοπρέπεια, συνέπεια και ειρωνεία, καταλήγει στην τραγική έξοδό του. Ο Σωκράτης παίζει το παιχνίδι μέχρι τέλους.


Ομολογώ πως ως παιδί, δεν έπαιξα πολύ. Το παιχνίδι όμως με ήλκυε πάντα. Όχι το ελεύθερο ή δομημένο παιχνίδι των παιδιών μόνο, αλλά ο άνθρωπος ως homo ludens, παίζων. Ο Γιόχαν Χουιζίνγκα στο βιβλίο του Ο άνθρωπος και το παιχνίδι (εκδ. Γνώση, μτφρ. Στεφ. Ροζάνης, Γερ. Λυκιαρδόπουλος), τον τοποθετεί δίπλα στον homo  sapiens και στον homo faber, υποστηρίζοντας πως ο πολιτισμός γεννιέται από την έμφυτη στον άνθρωπο τάση να παίζει. Οι διάφορες πολιτισμικές μορφές, από το δίκαιο και τη φιλοσοφία ώς την ποίηση και την τέχνη, μπορούν να κατανοηθούν ως εκδηλώσεις ή μεταμορφώσεις της θεμελιώδους ορμής προς το παιχνίδι.

Ο Κώστας Αξελός εισάγει μια τριπλή αναλυτική του παιχνιδιού (Ανρί Λεφέβρ, Το παιχνίδι του Κώστα Αξελού, εκδ. Εστία, σελ. 17-18): Ο κόσμος του παιχνιδιού / Το παιχνίδι μέσα στον κόσμο / Το παιχνίδι του Κόσμου όπου Λόγος, φύση, άνθρωπος και Ιστορία είναι ταυτόχρονα οι πρωταγωνιστές. Από το βιβλίο του Αξελού Αυτή η διερώτηση κεφ. «Το παιχνίδι που ρωτάει τον άνθρωπο» (εκδ. Εστία, σελ. 74), αντιγράφω: Δεν υπάρχουν ο άνθρωπος και ο κόσμος. Ο άνθρωπος δεν είναι μέσα  στον κόσμο. Δεν βρίσκεται απέναντί του. Το άνοιγμα του παιχνιδιού διαμέσου του ανθρώπου «είναι» το ίδιο το άνοιγμα του παιχνιδιού του κόσμου.
 Φέρνει έτσι ξανά στο προσκήνιο τη σκέψη των Χέγκελ, Μαρξ, Νίτσε πως πριν από τον άνθρωπο και πριν από τον κόσμο είναι η σχέση που συνδέει τον άνθρωπο με τον κόσμο (Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, 5 οικουμενικοί Έλληνες (ΑΞΕΛΟΣ, ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ, ΚΟΝΔΥΛΗΣ, ΠΟΥΛΑΝΤZΑΣ, ΣΒΟΡΩΝΟΣ, Εκδόσεις των συναδέλφων-Εφημερίδα των συντακτών, σελ. 27) αλλά και τις διασταυρούμενες προβληματικές τους με τους προσωκρατικούς, τον Ηράκλειτο, τον Ρεμπώ, τον Φρόυντ και τον Χάιντεγκερ (Ζαν-Μισέλ Παλμιέ, 5 οικουμενικοί Έλληνες, ό.π., σελ. 42).
Νά ένα ενδιαφέρον ταξίδι στους χρόνους του παιχνιδιού της σκέψης. Νά ένα ταξίδι σε διάφορους διαφορετικούς χρόνους.



ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΤΕΧΝΗΣ, 2014, ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΡΤΑ

Πέρα από τα ταξίδια στο χρόνο όμως, ουσιώδη για το δικό μου Ταξίδι στον κόσμο αλλά και στο Άστυ ήταν και τα ταξίδια στον τόπο. Βόλτες με το αυτοκίνητο στα βουνά της Χίου παρέα με τον Νίκο Γιαλούρη σε ρεμβασμό και σιωπή˙ σ’ αυτά της Κρήτης οικογενειακά, με μουσική και στοχασμό. Ένα πράγματι αναπάντητο γράμμα, που απέκτησε συμβολικό χαρακτήρα, κι ένα επόμενο ραντεβού με τον Μιχάλη που δεν έμελλε να γίνει ποτέ. Η απώλεια του Ανδρέα, συνοδοιπόρου στα ποιητικά και φιλοσοφικά καφενεία. Οι αναγκαστικές μετακομίσεις από σπίτι σε σπίτι, επίσης. Η συνάντηση με τον Παρασκευά της Μικρής Άρκτου χρόνια μετά, που ευχαρίστως προσχώρησε στην παιγνιώδη συνθήκη, και ο Ανδρέας (ένας νέος Ανδρέας) που φιλοτέχνησε αυτή την ιδιόμορφη σπειροειδή έκδοση. Όλα παιχνίδια της τύχης. Μας λέει ο Αξελός (Ανρί Λεφέβρ, ό.π., σελ. 14): Στα Πρότυπα αντιβαίνουν οι Δρόμοι. Δεν υπάρχουν νέοι δρόμοι. Υπάρχει μια νέα ιδέα, ο Δρόμος, που εκλεπτύνει την έννοια «πράξη» και δίνει υπόσταση στις ιδέες διαδρομής και πορείας… Η έννοια του δρόμου απαγορεύει να χωρίζουμε το ύφος ζωής και τη μέθοδο σκέψης, την αυτοπαρουσία από την παρουσία «στον κόσμο». Αφήνει ελεύθερες τις διαφορές (τον πληθυντικό αν όχι τον πλουραλισμό…).


Πώς όμως από τον περίγυρό μου, φιγούρες οικείες και απτές, έκανα ένα άλμα 25 αιώνων για  να επιστρέψω στον Σωκράτη σαν να ήταν κι αυτός οικείος, κι από εκεί έφτασα ώς τον Αξελό;

Παίζοντας, φαντάζομαι. Αυθαίρετα, 
5oikoumenikoiStoxastesβεβαίως. Νομίζω, πως σ’ αυτή την περιπλάνηση, το ταξίδι και τη συνομιλία μεταξύ ανθρώπου και φύσης, άψυχων και έμψυχων, αυτού που είναι και της σκιάς του, ζώντων και κεκοιμημένων, ανάμεσα σε δυο όχθες που χωρίς αυτές δεν υφίσταται το ποτάμι της ζωής μας, ο Αξελός λειτούργησε για μένα ως αυτό που περιγράφει  ο Ζαν-Μισέλ Παλμιέ στο βιβλίο 5 οικουμενικοί Έλληνες (ό.π. σελ. 44): «Είναι ο άνθρωπος της μεγάλης μοναξιάς και της μεγάλης ελευθερίας. Το να τον διαβάζουμε, να μαθαίνουμε να τον ακούμε είναι ταυτόχρονα μια μαιευτική και μια θεραπευτική αγωγή. Ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος, στην καρδιά των πραγμάτων και του κόσμου, αυτός ο λύκος της φιλοσοφικής στέπας, η οποία τον τελευταίο καιρό μοιάζει με φιλοσοφική έρημο, οικοδομεί ένα έργο τόσο λαβυρινθώδες όσο και το παλάτι του βασιλιά Μίνωα, κατασκευάζει ένα παιχνίδι που έχει την απεραντοσύνη της ζωής, το βάθος και την ομορφιά της τραγωδίας».
Ανοίγοντας ο Αξελός έναν δρόμο φιλοσοφικό, του ανοίγεται και μας ανοίγει έναν δρόμο ποιητικό. Η ποιητικότητα της σκέψης του, που είναι ανοιχτή και ατελής και μετέωρη και οδηγεί στη διερώτηση, στην περιπλάνηση, στη φιλικότητα και ταυτοχρόνως στην αγωνιστικότητα, συσσωματώνεται με την ποιητικότητα της ίδιας τής γραφής του και επικοινωνεί με την ποιητικότητα του κόσμου. Αφού «η φιλοσοφία ζει το τέλος της», η φιλοσοφική σκέψη του γίνεται «ανοιχτή ποιητική σκέψη» (Το σπασμένο παιχνίδι - Η τελευταία συνέντευξη του Κώστα Αξελού, Γιώργος Δουατζής, εκδ. Καπόν).
Ελληνικός και οικουμενικός, ποιητικά στοχαστικός και ιλιγγιώδης, πυκνός και παιγνιώδης, ο λόγος του Αξελού πηγάζει από το εν οίδα ότι ουδέν οίδα και εκβάλλει στην πλανητική εποχή. «Στην εποχή μας ίσως έχουμε περισσότερο ανάγκη μια τέτοια σκέψη, αυτήν του Κώστα Αξελού», γράφει κλείνοντας το κείμενό της «Στη δοκιμασία του σκέπτεσθαι» (5 οικουμενικοί Έλληνες, ό.π., σελ. 48) η Σερβάν Ζολιβέ: «Μια διανόηση η οποία ούσα πάντα η ίδια ελεύθερη, μας δίνει τον οπλισμό για να κρατηθούμε και να αισθανθούμε ελεύθεροι να σκεφτούμε εναντίον τής εποχής μας. Η σκέψη του μας μιλάει μ’ αυτή την έννοια για το μέλλον, είναι μια σκέψη που την έχουμε μπροστά μας και που θα την έχουμε ολοένα και περισσότερο ανάγκη».

Αντιγράφω την κατάληξη του επαίνου που εκφώνησε ο Γιάγκος Ανδρεάδης, κατά την τελετή αναγόρευσης του Κώστα Αξελού ως επίτιμου διδάκτορα των Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου (στις 5/3/1992, Για τον Κώστα Αξελό Το δώρο του περιπλανώμενου, εκδ. Πλέθρον): Ίσως να μπορούμε να υποπτευθούμε ότι τότε και τώρα, σε κάθε στιγμή που ο άνθρωπος ήταν κάτι λίγο παραπάνω από το όνειρο μιας σκιάς, αυτός που μιλούσε μέσα μας δεν ήταν η ιδιόκτητη φρόνηση και η ατομική τέχνη μας. Ίσως σωπαίνοντας ν’ ακούσαμε τον κόσμο να μας διαπερνά και να μιλά από τις ρωγμές μας. Και ίσως το δώρο του περιπλανώμενου να είναι ακριβώς αυτό.


book cover


Ο Αξελός, πλάνητας, περιπλανώμενος και πλανητικός, με το παιχνίδι της ποιητικότητας, με την παρουσία, την απουσία και τον μύθο του, αλλά και όλη η γενιά του Ματαρόα, μια γενιά εξόριστη, η crème de la crème της ελληνικής νιότης το ’45, ως Έλληνες που ήταν και δεν ήταν Έλληνες, Φιλέλληνες εντέλει κατά την Κρανάκη, με τα μάτια της εξορίας είδαν διαυγέστερα και μάς μύησαν στο υβριδικό. Και οι τρεις "κριτικοί" φιλόσοφοι, Αξελός, Καστοριάδης, Παπαϊωάννου, με ουσιώδη εμπλοκή στη γαλλική πολιτική διανόηση, καθένας έδωσε τη δική του πρωτότυπη συμβολή στη σύγχρονή τους σκέψη, είτε με την ευρύτερη ανάγνωση του δυτικού κοσμοειδώλου και την εισαγωγή της έννοιας της περιπλάνησης (Αξελός), την επανανάγνωση της αρχαιοελληνικής πόλης και της φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας (Καστοριάδης) ή την κριτική του ντετερμινισμού με την εισαγωγή του στοιχείου της ιστορικότητας (Παπαϊωάννου). Και βέβαια, ανάμεσα στους «ιπποτρόφους» του Ματαρόα ήταν και η Μάτση Χατζηλαζάρου, μια ποιήτρια της οποίας επίκεντρο της γραφής, υπερρεαλιστικής ή μετα-υπερρεαλιστικής, είναι το παιχνίδι με τις λέξεις, και ο εαυτός, πάντα «μια εξορία».


Όλα ξεκίνησαν χρόνια πριν, όταν παρακολούθησα την ομιλία του Αξελού με φίλους στο Γαλλικό Ινστιτούτο χωρίς να ξέρω ότι επρόκειτο να είναι η τελευταία του στην Αθήνα. Υιοθέτησα το παιχνίδι των οιονεί ερωταποκρίσεων που θα μπορούσαν να συνεχίζονται σπειροειδώς, καθεμιά να γεννά την άλλη. Δημιούργησα έναν τόπο όπου τα πράγματα-όντα παίρνουν τον λόγο και, παίζοντας με τα θραύσματά του, θέτουν ξανά ερωτήματα περί της δυνατότητας συνάντησης μέσα στην ομιλία, μέσα στη σιωπή ή στον ενδιάμεσο χώρο της σκιάς, ή της ποίησης. Ο τίτλος που μου δόθηκε νομίζω πως λέει, μ’ άλλα λόγια, τη ρήση του Πολ Βαλερί «Δεν σκεπτόμαστε ποτέ πως αυτό που σκεπτόμαστε μας κρύβει αυτό που είμαστε» και προσπάθησα να περιορίσω τον «παρατεταμένο δισταγμό ανάμεσα στον ήχο και το νόημα» ώστε να καταλήξω εντέλει όχι σε μια ποιητική συλλογή αλλά σε κάτι σαν ποιητική μπροσούρα, αφιερωμένη στη μνήμη αγαπητών μου ανθρώπων, εμπνευσμένη από τον λόγο του Κώστα Αξελού και φωτισμένη, ελπίζω από το φως της σκέψης του.