Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Φαίνεται  πως στ’ αληθινά
ο νέος χρόνος αρχινά
τον Μάρτη το χιλιόγνωμο...

Έτσι ξεκινούσε το ποίημα που είχα γράψει στα γενέθλια των 50 μου...
Ακόμη ο νέος χρόνος, για μένα, την άνοιξη ξεκινά.
Συνέχιζα αρκετά παρακάτω:

*
Μα τι θυμός αυτή την άνοιξη
Οργή, βαθιά
όσο η νάρκη που προηγήθηκε
Οι παλιοί φίλοι Υμηττιώτες
σε διαμαρτυρίες περφόρμανς
στήνουν ένα άυλο μνημείο
στον άγνωστο ποιητή
ενόσω γύρω οι γνωστοί άγνωστοι, άγνωστοι και γνωστοί πένητες
και γνωστές κομμένες κεφαλές
κλωσσούν το αυγό του φιδιού

**
Στην Καισαριανή μεσημέρια και Σ/Κ
πυκνώνουν οικογένειες και ποδηλάτες,
παρέες φοιτητών και ομάδες θεάτρου
Η κρίση μάς βγάζει έξω
στους δρόμους και στους λόφους
Θυμός διεγερτικός κι εξωστρεφής, λοιπόν



Έτσι έλεγα κι έτσι κάναμε τότε, το 2012. Η κρίση τότε μας ενεργοποιούσε. 
Η τωρινή κρίση (υγείας, κοινωνική, εντέλει και οικονομική) μας απενεργοποιεί, 
μας ζορίζει μ' έναν τρόπο πρωτόγνωρο, που δεν έχουμε ακόμη τα εργαλεία να
επεξεργαστούμε. Όμως η κατακλείδα εκείνου του ποιήματος νομίζω ακόμη βοηθά:

ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ*:
θυμόμαστε την άνοιξη
και προχωρούμε



* Ελύτης


Τρίτη 2 Ιουλίου 2019

ΔΩΡΕΑΝ                                       OPEN AIR FILM FESTIVAL ΚΑΙ ΑΣΤΑΚΟΣ ΣΤΟ ΜΠΡΑΧΑΜΙ 


Καλοκαίρι χωρίς θερινό σινεμά γίνεται;;;

Ε, όχι. Έτρεξα λοιπόν κι εγώ να δω τον περίφημο Αστακό, που για διάφορους λόγους (χρειάζεται μεγάλη και αχρείαστη παρέκβαση για να τους απαριθμήσω) δεν είχα δει. Ήταν στο αίθριο και οι γονείς της Αγγελικής Παπούλια, εκ των πρωταγωνιστών, που ήταν μαθήτρια στο Στρογγυλό (Κτίριο Ζενέτου), και πολύς άλλος γνωστός και άγνωστος κόσμος. Κάποιος στο τέλος αναρωτήθηκε αν καλώς αυτή η (δύσκολη) ταινία συμπεριελήφθη στο πρόγραμμα.


Λάτρεις του Λάνθιμου, ξέρω, υπάρχουν πολλοί, εγώ δεν συμπεριλαμβάνομαι, αλλά υπάρχουν κι αυτοί που δεν αντέχουν τις ταινίες του. Ξέρω επίσης αυτό που είδα και σκέφτηκα: άψογη σκηνοθετικά και στυλιστικά ταινία, με παράδοξο σενάριο που φέρνει σε επιστημονική φαντασία, και που έχει κάτι να πει, αλλιώτικα και σκληρότερα απ' ό,τι και όπως συνήθως λέγεται. 


Κάθε δημιούργημα τέχνης θέτει ως υπόθεση εργασίας ένα-δυο, όχι δεδομένα, ερωτήματα, και πάνω σ' αυτά επεξεργάζεται πιθανές απαντήσεις. Τι ζώο θα ήθελες να είσαι αν δεν μπορούσες να είσαι πια άνθρωπος; Αστακός. Αυτή την σαν από παιδικό παιχνίδι ερώτηση απαντά ο τίτλος του έργου.Όμως τα ουσιώδη ερωτήματα που θέτει  κατά τη διάρκεια της ταινίας δεν απαντώνται, επιτείνεται μάλιστα η αναπάντητη ερώτηση με το τραγουδάκι που ακολουθεί την τελική ζοφερή σκηνή: Τι 'ναι αυτό που το λένε αγάπη; ... Ποτέ, ποτέ κανένα στόμα δεν το 'βρε και δεν το 'πε ακόμα.


Το έργο τέχνης είναι εδώ για να θέτει ερωτήματα, να τα πραγματεύεται και στο τέλος να συνομολογεί πως ούτε κι έτσι, ούτε και τώρα, τα κατάφερε. Κι αν εδώ δηλώνεται εμφανώς και ρητώς το ζητούμενο: αγάπη, ανθρώπινες σχέσεις, αισθήματα, κοινωνική επιταγή και προσωπική ζωή, το καθαυτό ερώτημα που τίθεται μοιάζει  κάπως με την ερώτηση: τι εστί έρως, αγάπη κ.λπ. των παλιών μας λευκωμάτων, μοιάζει όμως ακόμα περισσότερο με τη βασική αρχαιοελληνική ερώτηση: Τι εστίν; τη βάση της φιλοσοφίας. Και μάλιστα πριν από την απάντηση: Έστιν ουν.... , που δοκιμάζει να δώσει κάποιες εκδοχές. 


Ρώτησα την 25χρονη κόρη μου αν είχε δει την ταινία, γυρνώντας στο σπίτι. Και βέβαια, αλλά δεν καταλάβαινε προς τι το δεύτερο μέρος. Περίεργη για μένα παρατήρηση που έχει, κατά τη γνώμη μου, ενδιαφέρουσα απάντηση:  θέση-αντίθεση-σύνθεση, αυτό το εγελιανό εργαλείο ανάγνωσης του κόσμου βοηθά και στην ανάγνωση της ταινίας. Εφόσον η κοινωνία υπεισέρχεται σε κάθε πτυχή της προσωπικής, συναισθηματικής και σεξουαλικής πτυχής της ζωής όλων (θέση), κάποιες ομάδες ατόμων, στο β' μέρος, εναντιώνονται σ' αυτό (αντίθεση), με τέτοιο όμως τρόπο που εξοβελίζει κάθε συναισθηματική και σεξουαλική ανθρωπινότητα (από-σύνθεση).  Εδώ δεν έχουμε τους συνήθεις καλούς αμερικανούς επαναστάτες, που σώζουν τον κόσμο, αλλά ένα διεστραμμένο αντικαθρέφτισμα της κοινοτοπίας ως κακού: κακό, επίσης απόλυτο και τυφλό. 


Η ταινία φαίνεται να παίζει με τις αντιστροφές συνεχώς: Η ομοιότητα και η ομοιομορφία κυριαρχούν αισθητικά και ιδεολογικά. Το αφανές ζητούμενο λοιπόν είναι η ετερότητα. Η παγαποντιά, η σκληρότητα και ο κυνισμός βασιλεύουν. Άρα η σπιρτάδα του πνεύματος και η εφευρετικότητα, το χιούμορ και η ανεκτικότητα ελλείπουν. Τα μυωπικά μάτια βλέπουν κάπως, τα τυφλά βλέπουν ακόμα καλύτερα, κατά το δίδαγμα του Οιδίποδα. Εξ ου και το συμβολικό καθρέφτισμα της τύφλωσης, στο τέλος.


Είναι πάντα ένα ερώτημα αν η αναπαράσταση του κακού οδηγεί προς τον αντίθετο δρόμο ή προς την αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Μια στιγμή λάμπει μέσα στον δυστοπικό εφιάλτη της ταινίας: όταν ακούγοντας μουσική που παίζεται ζωντανά στο καθιστικό κάποιου σπιτιού, δυο άνθρωποι ζουν αυτό το απαγορευμένο συναίσθημα της ταύτισης στον έρωτα, απαγορευμένο παντού αλλού. Μάλιστα δεν πρόκειται για εξιδανικευμένους ήρωες: ακόμα και τώρα ψάχνουν μιαν ομοιότητα, επαρκή βάση, δικαιολογητική της δυνατότητας ύπαρξης σχέσης μεταξύ τους. Το μόνο ηρωικό εδώ είναι ότι αφού δεν υπάρχει, την επινοούν και επιδιώκουν να την πραγματώσουν (χωρίς τίποτα να εγγυάται ότι θα τα καταφέρουν). Επίσης, ως ηρωική απόδραση από τον ιστό του απάνθρωπου μπορεί να ιδωθεί η μοναδική προαναγγελθείσα αυτοκτονία: επιλογή αληθινού θανάτου αντί καθημερινής τυραννίας.


Έρωτας και θάνατος είναι το δίπολο μέσα στο οποίο εγγράφεται η προβληματική της ταινίας, ακόμη κι αν αυτός ο θάνατος είναι κάτι σαν, μια προσομοίωση, μια μεταμόρφωση σε κάτι κατά τεκμήριο κατώτερο, σε μια ζωική, άλλη φυσική μορφή. Θυμάμαι μια φράση από Το Παιχνίδι του Κόσμου του Κ. Αξελού: Ο άνθρωπος είναι η αμφισβήτηση και η πρακτική εφαρμογή της φύσης, αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος που θέτει υπό ερώτηση και μεταμορφώνει την ανθρώπινη φύση του. 


Ένα δημιούργημα τέχνης παρέχει και αυτό το έργο: την αμφισβήτηση της φύσης των πραγμάτων. Ο άνθρωπος θέτει υπό ερώτηση την ανθρώπινη φύση του και παρακολουθεί τη μεταμόρφωσή της, από υποκείμενο σε αντικείμενο, από ανθρώπινο σε μη ανθρώπινο, που ίσως βρίσκεται πολύ πέρα από αυτό που θα ονομάζαμε ζωικό, συμβολικά, κάποιες φορές όμως εντελώς κυριολεκτικά.











Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2018

Περίοδος μελέτης Οικονομικής Ανάπτυξης και Μεγέθυνσης

Ποιος θα το έλεγε πως θα έβρισκα τόσο ενδιαφέροντα πράγματα
ξαναγυρνώντας πίσω στα φοιτητικά θρανία...

Μικρά tips, που επισήμανα και με ξάφνιασαν...

Από εργασία που παρέδωσα χθες:

Σε ένα ισχυρό κράτος (αυτό στο οποίο δεν υπάρχει ισόρροπη κατανομή
εξουσίας μεταξύ κράτους-κοινωνίας) η απουσία ελέγχου στην
αναδιανεμητική εξουσία της κυβέρνησης και των πολιτικών ελίτ
(που ελέγχουν de jure ή de facto τον κρατικό μηχανισμό)
δημιουργεί περιβάλλον στο οποίο οι προσπάθειες
των πολιτών και οι επενδύσεις αποθαρρύνονται.

Η ανθεκτικότητα ενός κράτους (και μιας κοινωνίας) είναι η ικανότητά του
να πραγματοποιεί μεταρρυθμίσεις που να το βοηθούν να επιβιώσει και να
ανακάμψει έπειτα από εσωτερικές ή εξωτερικές κρίσεις
(European Union Global Strategy 2016).
Η ανθεκτικότητα έχει ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά: εμπεριέχει
την οικονομική ανάπτυξη αλλά και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς
και τη δημοκρατία από τη μεριά του κράτους, και την κινητοποίηση
των αυτο-οργανωνόμενων σχέσεων (αλληλοβοήθεια, αλληλεγγύη,
συνεργασία) της κοινωνίας. Πρακτικά, μιλάμε για βιώσιμη πρόοδο:
οι πολίτες νιώθουν ότι η κατάστασή τους βελτιώνεται ή μπορεί να
βελτιωθεί, αντιμετωπίζονται και περιορίζονται οι επιπτώσεις
καταστροφών, καταπολεμείται η φτώχεια και η ανισότητα,
δημιουργείται ευνοϊκό περιβάλλον για οικονομικές προσπάθειες
και ένταξη περιθωριοποιημένων, προστατεύονται τα ανθρώπινα
και κοινωνικά δικαιώματα, προωθείται ο πολιτισμός, η συνύπαρξη,
η πολυφωνία, ο σεβασμός.

Μάλλον ο Κυριάκος όταν μιλά για ισχυρό κράτος, λοιπόν, ξέρει πάρα πολύ καλά για τι μιλάει:
για μοιρασιά μεταξύ ημών και ημών... Και η πλέμπα, στην τύχη της. Παλιά μας τέχνη ....

Κι αυτή η European Union Global Strategy 2016, φαντάζομαι δεν υπήρχε όταν
μας επιβλήθηκαν τα μνημόνια, είναι προϊόν του 2016, και συμπεριλαμβάνει
αντιμετώπιση φτώχειας και ανισότητας, ένταξη
περιθωριοποιημένων, προστασία ανθρώπινων και κοινωνικών δικαιωμάτων...

Μπορούμε άρα να είμαστε περήφανοι 

για την ελληνική κοινωνία που απεδείχθη 

ανθεκτική, κατά τον ορισμό, ασχέτως 

πολιτικών και άλλων πεποιθήσεων,

αντιμετωπίζοντας ανθρωπιστικά και 

το θέμα της μετανάστευσης μέσα στην κρίση;;;


Ψηφίζω ανθεκτικό και ανίσχυρο κράτος,
τώρα που ξέρω περί τίνος πρόκειται.













Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

Το δημοκρατικό παράδοξο


Το ράγισμα του ποδιού μου, μια μέρα πριν από τον φετινό αγιασμό στα σχολειά, με καθήλωσε εντός οικίας. Πράγμα όχι τόσο δυσάρεστο εν τέλει, αφού ξεκουράστηκα, μοιράστηκα ευθύνες και επιτέλους διάβασα μερικά από τα αδιάβαστα της βιβλιοθήκης, που σωρεύονται. Τώρα που προσπαθώ να τελειώσω και το περίφημο Οικονομικό της Νομικής, τα ενδιαφέροντα έχουν πάλι διευρυνθεί και, σε συνάφεια με τα πτυχιακά μαθήματα, διάβασα το Επανεξετάζοντας την ανισότητα του Αμάρτυα Σεν, και το Δημοκρατικό Παράδοξο της Σαντάλ Μουφ, βιβλία του 2004 και τα δύο (όλως τυχαίως). POLAROID // ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΧΑΙΚΟΥ    Διάβασα επίσης λογοτεχνία, ποίηση, άσε που μια επταετία μετά, από το κλείσιμο της Ελευθεροτυπίας, ασχολήθηκα και έλυσα sudoku!!   

Μια μέρα πριν από την ορθοπεδικό και, ελπίζω, την απελευθέρωσή μου σταδιακά από το νάρθηκα, βάζω κάτω τον εαυτό μου να γράψει κάτι γι' αυτό το νεκρό-δημιουργικό διάλειμμα.

Το δημοκρατικό παράδοξο
  Εντυπωσιάστηκα από το βιβλίο της  Μουφ, όχι μόνο επειδή εμπνέεται από και  τολμηρά αντιπαρατίθεται με τέρατα της  σύγχρονης σκέψης (Βιτγκενστάιν, Ντεριντά, Φρόιντ,  Λακάν, Ζίζεκ, Σμιτ, Χάμπερμας, Ρόουλς,  Γκίντενς), όχι μόνο γιατί με βρίσκει  σύμφωνη η σύλληψη του "αγωνιστικού  πλουραλισμού", που τοποθετεί απέναντι  στη δημοκρατική κοινωνία όχι έναν  εχθρό αλλά έναν αντίπαλο,  αναγνωρίζοντας τη βία και το πάθος των πολιτών, αλλά κυρίως για το πόσο προφητική είναι η ανάλυσή της για την άνοδο της ακροδεξιάς, αφού "η ρηχή κοινωνική ομοφωνία, αντί να συνιστά σημάδι προόδου, θέτει σε κίνδυνο τους δημοκρατικούς θεσμούς".

Αλίευσα από το διαδίκτυο (https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/sas/article/view/587/587) και την επιθεώρηση πολιτικής και ηθικής θεωρίας Επιστήμη και Κοινωνία ένα κείμενο της εποχής που τελειώνει ως εξής:

Συμπερασματικά, το έργο της Mouffe ξαφνιάζει γιατί μας μιλάει καθαρά
πολιτικά, μια ‘γλώσσα’ που, στη σημερινή εποχή, φαίνεται να έχουμε ξεχά-
σει, εξαιτίας της αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας τόσο του νεοφιλελευθερισμού
όσο και του μπλερισμού που αποφαίνεται το τέλος του ‘πολιτικού’ (the end
of politics). Εν αντιθέσει, το έργο της Mouffe επαναπροσδιορίζει τους όρους
και περιγράφει εκ νέου το προφίλ της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας
αλλά και του ‘πολιτικού’. Μας υπενθυμίζει το πλούσιο δυναμικό που φέρει
η δημοκρατική παράδοση και, έμμεσα, μας προσκαλεί να αναλάβουμε τις
πολιτικές μας ευθύνες απέναντι σε αυτήν. Ευθύνες που, ίσως, προδιαγρά­
φουν και το ίδιο μας το μέλλον.


Πωλίνα Ταμπακάκη



Ειδικότερα για το πώς η απώθηση των παθών οδηγεί στο φούντωμα (που από τότε μέχρι τώρα, σχεδόν μια εικοσαετία μετά, ογκώθηκε, αφού το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 2000) των ακροδεξιών μορφωμάτων, που λέει και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, παραθέτω από το κείμενο του Θανάση Βασιλείου (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23/5/2004, http://www.protoporia.gr/to-dimokratiko-paradoxo-p-217789.html) το τμήμα που συνοπτικά το παρουσιάζει:
Η απώθηση του πάθους, λέει η Mouffe, ήταν αναγκαία προϋπόθεση της Εγκυκλοπαίδειας και του μύθου ενός κοινωνικού συμβολαίου όπου οι αμοιβαίες σχέσεις θα ελάμβαναν τη μορφή διαφανούς επικοινωνίας μεταξύ των κοινωνών. Όλος αυτός ο σχηματισμός, κατόρθωσε να δώσει την εντύπωση ότι, χωρίς αντιπαράθεση, τα πράγματα μπορούν να οδηγηθούν σε κατάσταση κατευνασμού και συμφιλίωσης. Ιδού ο πάγκος με τις ευκαιρίες: η έκπτωση της πολιτικής σε άνευρη διαδικασία επικύρωσης των επιταγών της αγοράς.


Τα αποτελέσματα της απώθησης


Η παγίδα της συναίνεσης μετέθεσε τη λύση των πιεστικών προβλημάτων και ταυτόχρονα οδήγησε στην κρίση των ριζοσπαστικών προταγμάτων, στο (νέο)φιλελεύθερο τέλος της ιστορίας, στη λοιδορία της συμμετοχής και στο δημοκρατικό έλλειμμα. Η έξοδος του κράτους πρόνοιας, ο άγριος καπιταλισμός της παγκοσμιοποίησης, η πολιτική αδιαφορία και η απορία του ψηφοφόρου μπρος στην κάλπη, είναι τα αναμενόμενα συμπτώματα της απουσίας των συγκρούσεων. Η απώθηση των ρήξεων, μεταξύ άλλων, είναι αυτή που προκάλεσε τη μετάλλαξη της ταυτότητας της αριστεράς, μέλη της οποίας σύρθηκαν στη φαντασίωση της πραγμάτωσης μιας πλουραλιστικής φιλελεύθερης δημοκρατίας και πολιτικών «τρίτου δρόμου». Το «τέλος της ιστορίας» ήταν και το τέλος του Πολιτικού. Ο ελεύθερος χώρος καταλήφθηκε από την αναπτυσσόμενη λαϊκιστική δεξιά.


Φαντάζομαι πώς το ράγισμα του ποδιού μου βοήθησε σε αυτή την περίοδο να δώσω χώρο στον αναστοχασμό πάνω σε θέματα που δεν είναι της τρέχουσας καθημερινότητας αλλά καθορίζουν το πώς σκέφτεται κανείς την καθημερινότητα και πώς επανεντάσσεται σ' αυτήν μετά το καλοκαίρι, ενόψει δε και των οψέποτε εκλογών, περιλαμβανομένων και των ευρωπαϊκών. 

Γιατί αν νομίσαμε πως οι εκλογές είναι κάτι δευτερεύον, η εκλογή Τραμπ ξαναθύμισε γιατί δεν μπορούμε να θεωρούμε τίποτα δεδομένο, κι ελπίζω πως όλες οι μειονότητες που δεν πήγαν καν να ψηφίσουν, την επόμενη φορά θα τρέξουν προς προάσπιση των όποιων κεκτημένων τους. Και νομίζω πως ο αγωνιστικός πλουραλισμός τον οποίο εισάγει η Μουφ δεν περιορίζεται μόνο στο διακύβευμα της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Εφαρμόζεται σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας και σε κάθε διεκδίκηση, μικρή ή μεγάλη, προσωπική ή κοινωνική. Επιστρέφω στο βιβλίο:


Μιλώντας για την παγκοσμιοποίηση της υποχώρησης της δημοκρατίας δίνει το παράδειγμα του τότε "οικτρού θεάματος της πολιτικής αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ" της εποχής Κλίντον, προοικονομώντας την εκλογή Τραμπ: 

...ανανέωσε τη θητεία του "καθώς εξουδετέρωσε τους αντιπάλους του με την επιδέξια αφομοίωση ρεπουμπλικανικών ιδεών που είχαν απήχηση στους ψηφοφόρους και τη συνάρθρωσή τους με αριστερές πολιτικές στα θέματα της άμβλωσης και της εκπαίδευσης. Αλλά το κόστος ήταν ο περαιτέρω εκμαυλισμός μιας ήδη αποδυναμωμένης δημόσιας σφαίρας. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η έλλειψη δημοκρατικής αντιπαράθεσης γύρω από πραγματικές εναλλακτικές επιλογές στην πολιτική οδηγεί στην εκδήλωση των ανταγωνισμών με μορφές που υπονομεύουν την ίδια τη βάση της δημοκρατικής πολιτικής σφαίρας"...

Προχωρώντας από τα δεδομένα στην πολιτική θεωρία, η Μουφ καταλήγει: " Η δεσπόζουσα προσέγγιση  στην πολιτική θεωρία δεν μπορεί καθόλου, δυστυχώς, να μας βοηθήσει στην κατανόηση των σημερινών εξελίξεων... Για το λόγο αυτό, ενάντια στα δύο πρότυπα δημοκρατικής πολιτικής, το "αθροιστικό", που την ανάγει σε διαπραγματεύσεις συμφερόντων, και το "διαβουλευτικό" ή "διαλογικό", που πρεσβεύει ότι οι αποφάσεις σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος θα πρέπει να πηγάζουν από την ελεύθερη και απρόσκοπτη διαβούλευση όλων, έχω υποστηρίξει μια θεώρηση της δημοκρατικής πολιτικής ως "αγωνιστικού πλουραλισμού", για να τονίσω ακριβώς ότι το κύριο πρόβλημα στην πολιτική της σύγχρονης δημοκρατίας είναι η μετατροπή του ανταγωνισμού σε αγωνισμό. Κατά την άποψή μου, στόχος της πολιτικής στη δημοκρατία θα πρέπει να είναι η διαμόρφωση ενός πλαισίου που να επιτρέπει στις συγκρούσεις να πάρουν τη μορφή αγωνιστικής αντιπαράθεσης μεταξύ αντιπάλων, αντί να εκδηλώνονται ως ανταγωνιστική πάλη μεταξύ εχθρών...


Αν αποδεχτούμε ότι αυτός ο τύπος αγωνιστικής αντιπαράθεσης αποτελεί το διακριτικό γνώρισμα της πλουραλιστικής δημοκρατίας, γίνεται αμέσως φανερό γιατί αυτή η δημοκρατία απαιτεί τη δημιουργία συλλογικών ταυτοτήτων γύρω από σαφώς διακριτές θέσεις, καθώς και τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε πραγματικά εναλλακτικές προτάσεις. Αυτή ακριβώς είναι η διάκριση αριστερά-δεξιά. Η αντίθεση αριστερά-δεξιά είναι ο τρόπος με τον οποίο μορφοποιείται και θεσμίζεται η νόμιμη σύγκρουση. Στην περίπτωση που το πλαίσιο αυτό δεν υφίσταται ή έχει αποδυναμωθεί, η διαδικασία της μετατροπής του ανταγωνισμού σε αγωνισμό παρεμποδίζεται, πράγμα που μπορεί να έχει αδήριτες συνέπειες για τη δημοκρατία. Για το λόγο αυτό, αναφορές στο "τέλος της πολιτικής" και στο παρωχημένο της διάκρισης αριστερά-δεξιά δεν θα πρέπει να προκαλούν ενθουσιασμό, αλλά ανησυχία. Δεν χωρά αμφιβολία ότι το παραδοσιακό πλαίσιο πρέπει να αναθεωρηθεί εις βάθος, και δεν τίθεται θέμα επιστροφής στα παλιά συνθήματα και τις δογματικές βεβαιότητες. Θα ήταν, όμως, σφάλμα να πιστέψουμε ότι ο διαχωρισμός αυτός μπορεί να ξεπεραστεί και ότι είναι δυνατό να υπάρξει ριζοσπαστική πολιτική χωρίς τον ορισμό ενός αντιπάλου". 

Στην ανάλυσή της η Μουφ κάνει επίσης πολλές αναφορές στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα της εποχής και στον δεξιό λαϊκιστικό δημαγωγικό λόγο:
"Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι, εδώ και αρκετές δεκαετίες, επήλθαν σημαντικές αλλαγές στις ευρωπαϊκές χώρες χωρίς, στην πραγματικότητα, να ζητηθεί η γνώμη του λαού σχετικά με πιθανές εναλλακτικές δυνατότητες. Δεν προκαλεί έκπληξη, συνεπώς, ότι υπάρχει ένα αίσθημα δυσαρέσκειας μεταξύ όλων εκείνων που δεν έχουν ωφεληθεί από τις αλλαγές αυτές ή που αισθάνονται ότι θέτουν σε κίνδυνο τις προοπτικές του μέλλοντός τους. Όσο τα παραδοσιακά κόμματα αρνούνται να εγκύψουν σε αυτά τα θέματα, με τον ισχυρισμό ότι οι εξελίξεις αυτές είναι νομοτελειακές και ότι δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή απέναντι στο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα παγκοσμιοποίησης, είναι πιθανή η συνέχιση της ανόδου των δεξιών λαϊκιστικών κομμάτων. Σίγουρα, πάντως, η ηθική καταδίκη δεν πρόκειται να τα κάνει να εξαφανιστούν, αν δεν φέρει κιόλας το αντίθετο αποτέλεσμα...


Τα προβλήματα που οδήγησαν στην ανάδυση του δεξιού λαϊκισμού δεν θα εκλείψουν αν δεν επέλθει μια βαθιά αλλαγή στην πολιτική λειτουργία της δημοκρατίας. Αν δεν καταβληθεί μια σοβαρή προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα δημοκρατίας που χαρακτηρίζει τη "μεταπολιτική" εποχή της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας και δεν καταπολεμηθεί η όξυνση των ανισοτήτων που αυτή δημιούργησε, οι διάφορες μορφές δυσαρέσκειας θα διαιωνιστούν. Και υπάρχει επίσης ο κίνδυνος να λάβουν πιο βίαιες μορφές...".



















Κυριακή 24 Ιουνίου 2018


Αγαπητέ Αλέξη, αγαπητή Δανάη, αγαπητέ Φάνη                          
Σας άκουσα στο Nosotros μεταξύ άλλων που μίλησαν για την «αυτονομία στη νέα ποίηση», στο τέλος μιας περίεργης μέρας*. Μου αρέσει να έρχομαι να σας ακούω. Κι όταν λέω εσάς, μιλώ για τους νεώτερους ποιητές, που ως ένα σύνολο με πολλά υποσύνολα, κάποια τεμνόμενα, έχει κατορθώσει να χαράσσει διαδρομές στην Αθήνα, αλλά και εκτός (π.χ. Θράκα, Βακχικόν), να συνομιλεί και να διαφωνεί, να διοργανώνει μη τυπικές, επιτελεστικές θα λέγαμε συναντήσεις, να διαλέγεται με τον εαυτό του και την ποίηση.
Βέβαια, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, εδώ και κάποια χρόνια είναι μια περίοδος που, στην Αθήνα, υπάρχουν κάμποσοι ακόμη κύκλοι ή πυρήνες ποιητών: ο Κύκλος Ποιητών, με πολλά αλλοδαπά μέλη, ο κύκλος μτλγ του Ιωαννίδη στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, ο κύκλος των έντυπων περιοδικών (π.χ. Βλαβιανός και Ποιητική, Κρεμμύδας και Μανδραγόρας, Παπαγεωργίου – Δημητρούλια και Ποιητικά, Κατερίνα Ηλιοπούλου και Φάρμακο, Νέο Πλανόδιον και Κουτσουρέλης, Poetix και Σιώτης κ.λπ.), αυτός των ηλεκτρονικών, που πολλαπλασιάζονται (Βεντούρας και Poeticanet, Ρούβαλης και Poema, Αγγελής και Φρέαρ κ.λπ. κ.λπ., τα δε νεώτερα τα γνωρίζετε πολύ καλύτερα από μένα).  Ας μην ξεχνάμε το Συμπόσιο Ποίησης της Πάτρας, φέτος αφιερωμένο στο διαδίκτυο και το Τμήμα Δημιουργικής Γραφής της Φλώρινας, ως δύο ακόμη έκκεντρους πόλους, και το Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης της Αθήνας.
Ζείτε σ’ ένα δίκτυο, και ποιητικό, και προσπαθείτε να λειτουργήσετε τον δικό σας κόμβο, σημείο εκπομπής και λήψης ταυτόχρονα.
Επιτρέψτε μου, τώρα, να απευθυνθώ πιο προσωπικά, αλλά πάλι σ’ ένα πρόσωπο πολυσυλλεκτικό.
Αγαπητέ Αλέξη, σε γνώρισα όταν διάβασες ποίηση στον
Υμηττό, σ’ ένα μπαράκι˙ ήρθα με την κόρη μου κι ευλόγως νόμισες πως αυτή είναι που γράφει ποίηση. Στην παρουσίαση του βιβλίου μου πιστεύω γνωρίστηκες με δύο εξαίρετους ποιητές, τον Γ. Τζανετάκη και την Αλεξάνδρα Πλαστήρα, ανθρώπους σεμνότατους αμφότερους. Θα θυμάσαι ότι ο Γιάννης έκανε πάνω από 10 χρόνια για να βγάλει το βιβλίο του (τουλάχιστον πήρε το βραβείο του Αναγνώστη γι’ αυτό), η Αλεξάνδρα δεν τα έχει καταφέρει ακόμη. Θέλω να πω πως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ποιητές που δεν έχουν ενταχθεί σε κάποιο δίκτυο, που δεν χρησιμοποίησαν τις γνωριμίες τους ή δεν έκαναν δημόσιες σχέσεις για να βγάλουν τα βιβλία τους ήταν καταδικασμένοι να είναι ανάδελφοι.**

Συνηγορώ λοιπόν στην ακόρεστη δίψα σου για ένα νέο τρόπο συναδέλφωσης-διαδικτύωσης-ώσμωσης με τους γύρω και όχι μόνο συνήλικους ποιητές (ίσως πέρα από επιλογή και από ανάγκη, λόγω της εγγενούς διπλότητάς σου), που διέκρινα εξαρχής.

Αγαπητή Δανάη, γνωριζόμαστε λίγο, θα μου επιτρέψεις να επικεντρωθώ στο θέμα της ορατότητας των LGBT, όπως το έθεσες στην παρέμβασή σου. Έχω φίλους ομοφυλόφιλους σ’ όλες τις ηλικιακές γκάμες: 50+, 45άρηδες, 20+. Θα ήθελα να υποστηρίξω πως οι χωρίς φωνή, και μάλιστα στο διηνεκές, είναι αυτοί των 50+. Δεν είχαν ποτέ και ακόμη δεν έχουν βρει έναν τόπο να σταθούν δείχνοντας το πρόσωπό τους. Κρύβονταν απ’ τους γονείς τους, παντρεύονταν χωρίς τη θέλησή τους, κρύβονταν άρα κι απ’ τα παιδιά τους και από τη γειτονιά και στη δουλειά και παντού. Έζησαν σε μιαν Αθήνα όπου υπήρχε ένας και μόνο χώρος συνεύρεσης, το τεϊοποτείον De Profundis.

H γενιά των 45άρηδων, τουλάχιστον δεν είναι σχιζοφρενής ως προς αυτό, φαντάζομαι ζορίστηκε αρκετά στην αρχή μέχρις ότου αποδεχτεί τη διαφορετικότητά της, όμως τώρα ζει με την αποδοχή του ανεκτικού περίγυρου, κάνει σύμφωνα συμβίωσης, αν θέλει, και ψάχνει για παρένθετη μητέρα. Δεν μετρούνται πια τα συναφή μπαράκια που έχουν ξεφυτρώσει.

Η γενιά των 20+, τέλος, με γονείς σαν του λόγου μου (που επεξεργάστηκαν θεωρητικά, διεκδίκησαν εν τοις πράγμασι, προσπάθησαν και προσπαθούν να εμπεδώσουν την ισότητα στα σπίτια τους), στην Αθήνα αλλά και σ’ όλες τις πρωτεύουσες του δυτικού κόσμου (προ Τραμπ, τουλάχιστον), ζει, δουλεύει ή ψάχνει για δουλειά, πάει ταξίδια με το σύντροφο της αρεσκείας της και είναι ορατή, χωρίς να ουρλιάζει, ενώ πολλοί από μας κι απ’ τα παιδιά μας συμμετέχουν στο Athens Pride. Δεν αμφισβητώ πάντως πως η ελληνική επαρχία αποδεδειγμένα είναι δυστυχώς αλλού, όπως και σε πλείστα άλλα θέματα.

Πάντως, το να αποδεχτούμε τον εαυτό μας, τη σκέψη μας, την οικογένειά μας, όλα τα πεδία που μας συγκροτούν, περιλαμβανομένου του φύλου και της σεξουαλικότητας, ως διαφορετικά, είναι μια εντελώς προσωπική διαδικασία, υπαρξιακής τάξης. Άλλωστε, ζούμε στη δυτική κοινωνία που, ως άλλοθι μάλλον και για να είμαστε πειθήνιοι καταναλωτές, θεσμοθετεί αργά, αλλά σταθερά, υπέρ των ατομικών δικαιωμάτων, καταργώντας δυστυχώς στην πράξη τα κοινωνικά. 

Επιπλέον, στον περίγυρό μας εκτός των σεξουαλικά διαφορετικών υπήρξαν και υπάρχουν άλλες, πολύ πιο δυσδιάκριτες κατηγορίες: διπολικοί, ανάπηροι, αυτιστικοί, νοητικά υστερούντες, άνθρωποι σχεδόν αόρατοι και χωρίς φωνή, που παλεύουν επίσης συνεχώς με τη ζωή. Μπορούμε νομίζω να ρωτήσουμε γι’ αυτά τα θέματα και τη συνομιλήτρια ποιήτρια Μ. Κουλούρη. 
Όσο για μας τις γυναίκες, νομίζω έχουμε τη φωνή μας πια, αλλά και μακρύ δρόμο μπροστά μας: ας συμπαρασταθούμε στις αδελφές μας με τις μπούργκες, ας μιλήσουμε για την πορνογραφία και τη διακίνηση σαρκός (ανδρικής και γυναικείας, ανήλικης και ενήλικης), ας εισχωρήσουμε στο σύστημα να παλέψουμε από μέσα, ας εμπεδώσουμε την ισότητα των φύλων στην καθημερινότητα και στα σπίτια μας, ας στηρίζουμε τα παιδιά μας στις όποιες επιλογές τους.


Αγαπητέ Φάνη, δεν γνωριζόμασταν μέχρι σήμερα, αλλά παρ’ ολίγο να μου κάνεις μάθημα μαζί με τη συμφοιτήτρια Χρυσάνθη, που τυχαίως σας ακούσαμε μαζί. Ας σου πω λοιπόν κάποια πράγματα για μένα. Στα 20 μου παράτησα το παν/μιο (Οικονομικό Νομικής)***. Σ’ αυτό συνετέλεσαν δύο παράγοντες: Αφενός ο ίδιος ο τομέας, που από πολύ νωρίς μου κατέδειξε σαφώς ότι όχι μόνο δεν πρόκειται να καταργηθεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο (όπως θα επιθυμούσαμε όλοι οι παρόντες στο Nosotros φαντάζομαι), αλλά επιπλέον πως εκεί μέσα βρισκόμασταν για να γίνουμε άσοι σ’ αυτήν ακριβώς την εκμετάλλευση, με αναβαθμισμένα εργαλεία. Αφετέρου, γιατί αυτό που ήθελα κυρίως ήταν η αυτονομία μου. Έφυγα από το σπίτι μου με ένα 50άρικο, έκανα ό,τι δουλειά φανταστείς, μπήκα χάρη στις γνώσεις μου στη γλώσσα στη φυλλάδα Αυριανή, με ωράριο 9μμ-3πμ και βέβαια περίμενα το πρώτο πρωινό λεωφορείο για να φύγω.


Αργότερα κατάφερα να αγοράσω με δόσεις και μια μοτοσυκλέτα (τύπου τσόπερ, για να φτάνουν τα πόδια μου) ώστε να πηγαινοέρχομαι τις δύσκολες ώρες, κατακτώντας έτσι κι ένα μεγάλο κομμάτι ειδικότερης ανεξαρτησίας, στο πλαίσιο της γενικότερης, που τη διεκδικούσα και στους εκάστοτε χώρους δουλειάς, προσέχοντας να μη χωθώ σε κυκλώματα, αρνούμενη θέσεις πιο εμπλεκόμενες, διαλέγοντας πολύ επιλεκτικά τις παρέες μου. Πάντα μπροστά όταν αδικούνταν κάποιος συνάδελφος, υποχωρώντας συνήθως για να μην οξύνονται τα πράγματα μεταξύ μας, διεκδικώντας όταν έπρεπε και ούσα αλληλέγγυα όταν χρειαζόταν.

Δούλεψα σε πολύ ενδιαφέρουσες εφημερίδες (απ' όπου και οι δημοσιεύσεις και γελοιογραφίες εποχής): Γνώμη,  Κυρ. Νέα, Πρώτη, Καθημερινή, κι όταν αποφάσισα πως παρά τη σταθερότητα του μαγαζιού δεν άντεχα άλλο τα κείμενα που διόρθωνα εκεί, έβαλα πλώρη για την Ελευθεροτυπία. Ενδιαφέρουσα πορεία, θα έλεγε κανείς. Πράγματι, εκτός απ’ το τέλος της, το κλείσιμο της εφημερίδας, τους εκατοντάδες απολυμένους και αναποζημίωτους, το βάραθρο της κρίσης που άνοιξε μπροστά σε όλους μας.




Στο πλαίσιο μάλιστα της αλληλεγγύης, είχα δανείσει αρκετά χρήματα, την περίοδο που μπορούσα βέβαια, σε δύο κοντινούς μου ανθρώπους: άνδρα και γυναίκα, αριστερό και δεξιά. Τα δικά μου χρέη, αυτά των φίλων μου, οι οικογενειακές ανάγκες (έχω 3 κόρες), η ανεργία του συντρόφου μου συσσωρεύτηκαν, κατέκλυσαν το σύμπαν μου. Βγήκα αναγκαστικά στη σύνταξη (θετικό και αρνητικό), περιμένω δίκη ρύθμισης με το νόμο της (αγίας****) Κατσέλη, γύρισα με την οικογένειά μου στο πατρικό μου, ξεκίνησα μια δεύτερη, κρυφή, καριέρα, έτρεχα από παλιότερα και τρέχω πάντα σε σεμινάρια, επιμορφώσεις και συζητήσεις, είμαι μέλος σε ομάδες ανάγνωσης, βλ. http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=261110, διαβάζω και διορθώνω λογοτεχνία και δοκίμιο, γράφω ενίοτε πεζό, κυρίως όμως ποίηση, όχι ως αντίδοτο, μα ως τέχνη με απαιτήσεις, ως κάθαρση ψυχής και ως μαρτυρία (εφημεριδάνθρωπος γαρ, τι να κάνουμε), παίρνω όταν μπορώ κάποιες κοινωνικές πρωτοβουλίες, δες http://mynologio.blogspot.com/2017/.

Συνολικά είχα ορισμένους μπούσουλες: αυτονομία πολιτική, ανεξαρτησία γνώμης και οικονομική, προσωπική ηθική και αλληλεγγύη προς τους άλλους αλλά (πήρα φαίνεται ως αντίδωρο) και αυτή των άλλων προς την οικογένειά μου, όποτε χρειάστηκε. Συνολικά είμαι sui generis προσωπικότητα, κάτι σαν αγοροκόριτσο που αρνείται να γεράσει, παρά τα χρόνια και τα παιδιά, άλλοι θα με έλεγαν γεροντοφρικιό. Μια τέτοια τακτική, ένα τέτοιο πρόσωπο, τα πληρώνεις ακριβά. 
Όμως, το τίμημα είναι και το μέτρο της ελευθερίας μας.

Αγαπητέ Αλέξη, αγαπητή Δανάη, αγαπητέ Φάνη,
αγαπητοί φίλοι ποιητές,
ξαναγυρνώ σε όλους σας.

Συνεχίστε να συνομιλείτε και να διαφωνείτε, να διαλέγεστε με τον εαυτό σας και με την ποίηση, να διοργανώνετε και να συμμετέχετε σε μη τυπικές, επιτελεστικές, συναντήσεις. Συνεχίστε να διερευνάτε το πεδίο της ελευθερίας, της αυτονομίας και της αλληλεγγύης με όποια εργαλεία ο καθένας διαθέτει. Μην ξεχνάτε πως η αληθινή ζωή πορεύεται δίπλα σας, δεν χρειάζεται να την αφήσετε να σας καταπιεί αλλά μην την χάνετε από τα μάτια σας. Είστε όλοι σας παιδιά των παν/μίων, των κοινωνικών, γνωσιακών και πάλαι ποτέ οικονομικών ασανσέρ˙ δεν ξέρω πόσο βοηθά αυτό, ποια εργαλεία σάς έχει προμηθεύσει και πόσο χρήσιμα είναι. Είστε εδώ, κι αυτό είναι σπουδαίο˙ η μεγάλη κόρη μου έφυγε, την έδιωξα, ελπίζει δουλεύοντας να κάνει μεταπτυχιακό σ’ αυτό που πολύ αγαπά κι εγώ ελπίζω πως σε κάποια χρόνια θα ξαναγυρίσει σε μια Ελλάδα κάπως καλύτερη, πιο λειτουργική, πιο φιλόξενη. Εγώ θα προσπαθήσω να τελειώσω αυτό που άφησα μισοτελειωμένο χρόνια πριν, για να πάρω κατά την τότε εκτίμησή μου τη ζωή μου στα χέρια μου. Ε, λοιπόν, πάντα κάτι κερδίζουμε και κάτι χάνουμε ταυτοχρόνως, το ξέρετε ή το μαθαίνετε.

Συνεχίστε και προσπαθήστε, όπως ανακαλύψατε και περπατάτε αυτόν το νέο δρόμο συναναστροφής και ζύμωσης με τους παλαιότερους ποιητές και αυτούς της ηλικίας σας, που δικαίως σας αναγνωρίζει ο κ. Λαμπρόπουλος, να βρείτε νέους τρόπους κατοίκησης της πόλης, νέες μεθόδους να δουλέψετε, να περιηγηθείτε και να πλεύσετε στο πέλαγος της παγκοσμιοποίησης. Βρείτε νέους τρόπους ζωής, καλύτερους απ’ τους δικούς μας. 

Φτιάξτε κοινόβια με τους φίλους και τις φίλες σας, αναπαλαιώνοντας φτηνά σπίτια με τα χέρια σας, νοικιάζοντάς τα πολλοί μαζί, για να μπορείτε να τα συντηρείτε και να τα αγαπήσετε, κάτι σαν το Nosotros αλλά φανταστείτε τα σαν χώρο καθημερινότητας, με κοινά πλυσταριά, κουζίνες και ταράτσες. Φυτέψτε λουλούδια και υιοθετήστε την αλάνα της γειτονιάς σας. Φτιάξτε μικρές κοινωνικές επιχειρήσεις, 5 άνθρωποι και ούτε 1.000 ευρώ χρειάζονται (όχι άλλες ταβέρνες παρακαλώ, εκδότες ποίησης ίσως, ένα βιβλιοπωλείο γυναικών -ή LGBT, που θα ταίριαζε στη σημερινή συγκυρία- όπως αυτό που έγινε το 1983, από μέλη της Ομάδας γυναικών Φιλοσοφικής;). 

Μπέλα Ραφτοπούλου
Αδάμ και Εύα
Μοιραστείτε τις ζωές σας, όχι μόνο με το ταίρι σας, και τις αγωνίες σας όπως μοιράζεστε την ποίηση και τις απόψεις σας περί ποίησης. Ανοίξτε την καρδιά και τους χώρους σας σε αποκλεισμένους και αόρατους δυνάμει φίλους και γράψτε ποίηση, διαβάστε την δυνατά και κάντε επαναστατική την κάθε σας κίνηση, την κάθε σας μέρα. Είστε πολλοί, πολύ διαφορετικοί, μια πανσπερμία ανθρώπων και λόγων και ποιητικών, που έχει βρει έναν δρόμο συμπόρευσης. Ακολουθήστε και διευρύνετέ τον.

Με την αγάπη μου
Γιούλη

Υ.Γ.  Σας στέλνω αυτό το ποίημα με μότο του Αλέξη, σαν σήμα καπνού για κουράγιο http://mynologio.blogspot.com/2014/. Σκεφτείτε επίσης τους παππούδες σας, ανθρώπους που γεννήθηκαν μες στην κατοχή κι έζησαν στον εμφύλιο ή εν πάση περιπτώσει έζησαν τον πόλεμο, και κάποιοι απ’ αυτούς δεν έχουν σήμερα να ζήσουν, και τους παππούδες τους, που ήρθαν από τη Μικρά Ασία ή ήταν απ’ αυτούς που έβλεπαν να φτάνουν οι άλλοι από κει, και τους παππούδες τους που έφευγαν μετανάστες. Αυτοί κάπως τα κατάφεραν. Ε, λοιπόν, κι εμείς οφείλουμε να το παλαίψουμε.


*  Η 55άρα +  φίλη σας έδινε στο παν/μιο μάθημα για να πάρει το πτυχίο που εγκατέλειψε πριν από 35 χρόνια. Η μνήμη της δεν την βοήθησε να τα βγάλει πέρα.

** Μπαίνω στον πειρασμό να βάλω και τον εαυτό μου σ’ αυτούς (από εκδοτική και μόνο άποψη). Πρώτο βιβλίο ακριβώς πριν από τους Ολυμπιακούς (τολμώ να πω, προφητικού χαρακτήρα γι’ αυτό που επερχόταν, δες http://mynologio.blogspot.com/2013/04/), και αυτά που κρατούσα στο συρτάρι μου κατάφερα να βγουν το 2015 και ’16.
       
 ***  Επειδή η τύχη δεν είναι εντελώς τυφλή, μάλλον, ξεκαθαρίζοντας  
παλιά αρχεία έπεσα πάνω σε πρόσκληση της Συντροφιάς Γυναικών Οικονομικού για
συνάντηση (αυτά γύρω στο 1980).
****  Διότι χάρη στον δικό της νόμο, πολλοί συμπολίτες μας γλίτωσαν την απονενοημένη πτώση από την ταράτσα του σπιτιού τους.








Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Ρευστοί καιροί
Ρέουσα ποίηση


Επιχειρώντας να συνθέσω με κείμενα-ψηφίδες το πρόσωπο της εποχής μας, συνέλεξα από ποιητές, μεταφραστές, ανθολογίες, βιβλία, περιοδικά και το διαδίκτυο ποίηση και σκέψεις ανθρώπων διαφορετικών γενεών και τεχνοτροπιών, που να έχουν άλλοτε έμμεση κι άλλοτε άμεση σχέση με την ΠΟΛΗ, την ΚΡΙΣΗ, την ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, στο πλαίσιο των ρευστών καιρών μας.         
                                                                                                                               
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ
Η γενική απεργία      
                      
Ένα παιδί τρέχει μέσα στις φωτιές.
Η άσφαλτος είναι θάλασσα.
Η φωνή μνήμη και η μνήμη μαχαίρι
που σχίζει τη χάρτινη ησυχία σας.
Ένα παιδί τρέχει μέσα στις φωτιές
να σπάσει την τζαμαρία της Ιστορίας.

Εδώ είναι, εκεί είναι. Άνοιξη είναι,
θέρος είναι, αέρας είναι και μας παίρνει μαζί του.


ΜΑΡΙΑ  ΤΟΠΑΛΗ

«Άφλα» χωρίς Ωμέγα στην ποιητική της κρίσης                                                    
Ο θόρυβος της κρίσης πάει να σκεπάσει την επίγνωση ότι ήδη πριν την κρίση, ήδη με τις ραγδαίες εξελίξεις ενός πολιτισμού που, λίγο με την κυριαρχία της εικόνας, λίγο με την επικράτηση του life style, λίγο με την κρίση του νοήματος, λίγο με τον καταιγισμό της παγκοσμιοποίησης και της νέας τεχνολογίας, οδηγούσε τα λόγια και την τέχνη τους, την ποίηση, σε μια ρευστοποίηση, σε μια φοβιστικά γρήγορη και διαρκή ροή. Η κρίση, τώρα, με τη δίνη που προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλεί, έβαλε, στην πραγματικότητα, ακόμα μεγαλύτερες βιοτικές και υπαρξιακές ενότητες σε ακόμα πιο ιλιγγιώδη κίνηση και ρευστότητα σε σχέση με ό,τι συνέβαινε ήδη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

Ἀποδρομή τοῦ ἀλκοόλ                                                                                                                                                                                

καί ἐάν μή ἲδω /
πρό τῆς Ἑλλάδος τοῦ ἱεροῦ /                                                                 
χορῷ συμπεπλεγμένας / Έλευθερίαν καί Μούσας /
θάνατον θέλω - Ἀνδρέας Κάλβος, «Ἐλπίς πατρίδος»

Σέ βρῆκα μέσα στό χαμό   
μέ δανεικό παλτό κοιμόσουνα
σ’ ἓνα παγκάκι μνῆμες ἀπ’ τὸ  μέλλον
κι ἒκανε κρύο Λονδίνου τοξικό
Δέν ξέρω ἂν ὁ Θεός μιλᾶ ἑλληνικά
τό σίγουρο εἶναι πώς οἱ Ἓλληνες ἐδῶ
διαρκῶς θά τά μιλᾶνε ὃλο πιό λίγο
Ἂν πάλι θά μιλᾶνε
Γεῖρε λιγάκι ἀπό τό στρῶμα σου νά δεῖς
σκουπίδια πού ξεσέρνει πλάι
ὁ ἂνεμος τῆς ἀλλαγῆς
μποτίλιες πού οἱ γενναῖοι
τῆς ἁρπαχτῆς ἀδειάσαν
Καί πάλι ὃσο μπορεῖς γερά κρατήσου
γιατί ἀρχίζει ἡ ἀποδρομή τοῦ ἀλκόολ
ἡ ὑποδόρειος φρικίαση καί ἡ νάρκη
οἱ ἐφιάλτες ἀπ’ τήν ἒφοδο τοῦ ἂδειου
Τούς εἶδα ἐγώ στόν ὓπνο μου προχτές
τόν Βενιζέλο μέ τόν Μπακαλάκο
-Ἐλευθερίαν καί Μούσας-
χορῷ συμπεπλεγμένους
κάτω ἀπ’ τά κυπαρίσσια τῆς Σταδίου
στή Δύση ἀναμέλποντας ὠδάς
en th twn nyn Ellhnwn dialektw
Ἑλλάδα Hellas τῆς Νέας Ἐποχῆς
μιά φαντασίωσις ἤσουν  νεωτερική
πού σέ ξεγέννησαν γιά δοκιμή
τρεῖς ναυαρχίδες
Γιά νά σέ μεγαλώσει ἀνάδελφος διαφθορά
Ἡ ἀλληλοπεριχώρησις τῶν σοσιαλιστῶν μέ τά λαμόγια
Τό συναμφότερον Οἰκογενείας καί Βουλῆς

Λονδίνο χίλια ὀχτακόσια δέκα καί ἐννιά
Ἀνδρέα Κάλβου Ἰωαννίδου
ΕΛΠΙΣ.ΠΑΤΡΙΔΟΣ.
τί τίτλος σύγχρονος θεέ μου
τι ἀπελπιστικά
αἰῶνες δύο πρίν
προφητικός




ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ
Ανασκαφή                                                                                                                                                                                                                                                           
Χώμα πάνω στο χώμα
Την εποχή εκείνη
Ήταν το μόνο που είχε σημασία
Τα νύχια μας καθάριζαν οστά
Υπολείμματα
Διπλωμένοι θάφτηκαν κάποιοι
Πιστοί μέχρι τέλους στην συγκατάνευση
Άλλοι ευθυτενείς αφέθηκαν στη σήψη
Και εμείς καλοκαίρια ολόκληρα
Γυρεύαμε κάποιον ευτυχισμένο νεκρό

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ
Η ΠΥΛΗ ΤΩΝ ΛΕΟΝΤΩΝ                                                                                            
Τα λιοντάρια είχαν χαθεί από χρόνια
ούτε ένα δεν βρισκόταν σ’ όλη την Ελλάδα
ή μάλλον ένα μοναχικό, κυνηγημένο
κάπου είχε κρυφτεί στην Πελοπόννησο
χωρίς ν’ απειλεί πια κανέναν
ώσπου το σκότωσε κι αυτό ο Ηρακλής.
Ωστόσο η θύμηση των λιονταριών
ποτέ δεν έπαψε να τρομάζει
τρόμαζε η εικόνα τους σε θυρεούς και ασπίδες
τρόμαζε το ομοίωμά τους στα μνημεία των μαχών
τρόμαζε η ανάγλυφη μορφή τους
στο πέτρινο υπέρθυρο της πύλης.
Τρομάζει πάντα το βαρύ μας παρελθόν
τρομάζει η αφήγηση όσων έχουν συμβεί
καθώς τη χαράζει η γραφή στο υπέρθυρο
της πύλης που καθημερινά διαβαίνουμε.

ΒΕΡΟΝΙΚΗ ΔΑΛΑΚΟΥΡΑ
ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ                                                                                                      
ΠΟΥ ΜΑΣ 
ΠΕΡΙΒΑΛΛΕΙ 
ΕΙΝΑΙ, 
ΕΥΤΥΧΩΣ, 
ΜΟΝΟΝ Ο 
ΦΛΟΙΟΣ. 
ΣΤΟΝ ΚΑΡΠΟ 
ΥΠΑΡΧΕΙ 
ΦΩΣ



MHΝΑΣ ΔΗΜΑΚΗΣ     ΕΙΝΑΙ ΔΡΟΜΟΙ     https://www.youtube.com/watch?v=TqDmSicsItE


ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ 
Η άτιτλη σιωπή                                                                                               
                                                                                                                                           
Κρατούν τα παλιά όπλα

Εδώ κι εκεί οι μνήμες των προγόνων

Σκορπίζουν οι φλόγες
τα ζαλισμένα κορμιά
οι σιδερένιοι τοίχοι
τα δάκρυα

Κοιτάζουν εμπρός
το θαύμα πίσω από τις λέξεις
τις βαμμένες πόρτες της φυγής

Έρχονται κιόλας οι βροχές
οι καλοντυμένοι βάρβαροι
μερικές ικεσίες
τα ψέματα

(Οι γελαστές φωνές αντηχούν καλύτερα στο ημίφως)

Η πρόχειρη σκηνή της μάχης
η ορχήστρα
το κοίλο
και πιο πάνω τα πεύκα

Σκέψου το πάλι –

Ο βηματισμός στα χνάρια τους

Ο νόμος για τον αλλιώτικο εαυτό τους



ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
Η θάλασσα που ενώνει                                                                                                                                                                                               
Πρώτα αγαπάμε τους νεκρούς μας.
Πρώτα αυτούς θα θυμηθούμε αν πρέπει να θυμόμαστε,
όπως τα παιδικά μας μάτια θυμούνται μία έκρηξη.

Ο χρόνος˙ πυροτεχνουργός˙ χέρι που έρχεται και
μουτζουρώνει τα βλέφαρα σαν ποίημα.

Μιλάω στη μητέρα μου, της γράφω «θάλασσα»,
οι λέξεις στο χαρτί βγάζουν σε χάρτη.
Αλγερία, Τυνησία, Αίγυπτος
–κάποιο όνειρο ανεκπλήρωτο–
μα ό,τι μας φράζει το δρόμο προς τη διώρυγα
δεν είναι ένας μαύρος καπνός˙
κάτι ξυπνάει τον τρομαγμένο άνθρωπο
από το λήθαργο των πεθαμένων.

Τι έγινε στ’ αλήθεια κανείς δεν το γνωρίζει
παρά μόνο η ψυχρή μνήμη ή η γυμνή αποκάλυψη.

Προς το παρόν η ανθρωπότητα είναι ήχος,
γδαρμένο γυαλί,
πες την απόπειρα για ελευθερία.



ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Είκοσι                                                                                                                                      
6.

Το μόνο αγώνισμα
η ζωή
που δεν προβλέπεται
ισοπαλία


11.                                                                                                                                          
Το τρέμω
το κτήνος
που γίνεται
ο άνθρωπος
για ν’ αντέξει.
Που πρέπει
να γίνει.
Το τρέμω.
Το μισώ.
Και το σιχαίνομαι.
Το ευγνωμονώ.

16.                                                                                                                                                
Με ανασκευάζει η ζωή.
Και λέω ζωή
για να μην ονομάσω τον δυσώνυμο.
Αλλά το ξόρκι
ανήμπορο.
Ανόητο.
Γιατί εντέλει και εξαρχής
αυτός το όνομά μου.
Τίποτα, μια δροσιά ο άνθρωπος
κάτω από μαύρο ήλιο πύρινο.
Γραφή πάνω στο χιόνι
το δικό του όνομα.
Και σβήνεται πριν διαβαστεί.


ΔΑΝΑΗ ΣΙΩΖΙΟΥ 
Alice in damageland                                                       
Προσπερνώντας
θα επιβιώσω
της ζωής
μου
καθώς επίσης παίζοντας:
τραμπάλα, κρυφτό, τυφλόμυγα
κυνηγητό
                και άλλα
χρήσιμα παιδικά παιχνίδια.

 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ
Στην εποχή του κάτι σαν                                                        
Στην εποχή τού κάτι σαν
Μπότες και πέτσινα μπουφάν
Φοράνε και κυκλοφορούν
Στην πόλη που περιπολούν
Σαν κλέφτες οι αστυνόμοι
Στους τοίχους ψίθυροι, κραυγές
Μαύροι λεκέδες και μπογιές
Με τον θυμό και την ντροπή
Πάνω στην κόκκινη γραμμή
Χορεύει κι η συγγνώμη
Και στ’ οχυρό των Αθηνών
Πάνω στις βίγλες των τειχών
Τη νύχτα ανάψανε φωτιές
Και ήταν πολιορκητές
Οι πολιορκημένοι
Στον νεκροθάλαμο μετρώ
Τραύμα του θώρακος τυφλό
Ύψιλον πάνω στο κορμί
Σαν του αιώνα την τομή
Ανοίγει και βαθαίνει
Στην εποχή τού κάτι σαν
Με σιδερένιο παραβάν
Κρύφτηκαν όλα. Μόνο εμείς
Μέχρι το τέλος εκκρεμείς
Φορώντας κουστουμάκι
Εδώ που οι δρόμοι είναι παλιοί
Αλλά η πόλη μάς καλεί
Για να εφευρεθεί ξανά
Μέσα από στάχτη και φωτιά
Τούτο το αλωνάκι

ΧΑΡΙΣ ΚΟΝΤΟΥ
Οι δραπέτες της Πατησίων                                                                                           

Σαν πίδακες νερού έξω από πλαστικά χωνιά
απλώνουν τίμια σεντόνια
οι δραπέτες της Πατησίων
εκείνοι με τα μπαλόνια-σπαθιά
που ολοκληρώνονται
κι η αγάπη τους αναπνέει από μέσα τους,
και όπως το βουνό τους χαράζει,
γράφουν για πέλεκες και για ήλιους


ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ     ΑΥΤΟΙ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΔΕΝ   

ΜΑΡΙΑ  ΤΟΠΑΛΗ

 «Άφλα» χωρίς Ωμέγα στην ποιητική της κρίσης                                                                                            
Στην εποχή μας το κείμενο πολλαπλασιάζεται εκρηκτικά και ταυτόχρονα αποσχηματίζεται. Μαζί του αφανίζεται και η ασφάλεια του «τοίχου»: το σταθερό υλικό, το χαρτί, το σταθερό πολιτισμικό/βιοτικό πλαίσιο, η σταθερή ανθρώπινη κοινότητα. Το ζήτημα της προφορικότητας είχε λοιπόν αρχίσει να τίθεται με όρους μιας κάποιας επιστροφής σε κάτι περισσότερο σωματικό και στοιχειώδες ήδη ως αντίδραση σε αυτήν τη νέα, την προ-κρίσεως-κατάσταση. Μένει να δούμε αν και τι επέτεινε, σχετικά με το θέμα αυτό, η κρίση…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ

ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ                                                                                              

...Α, πόσα ποιήματα χρειάζονται
για να στεγάσω τους αδύναμους
πόσα παραμύθια, για να φύγουν
θεριά και δράκοντες αληθινοί


Πώς σε κατάντησαν πατρίδα οι δημοκόποι,
πώς...
με περιούσιο λαό χωρίς περιουσία
σε εξαπάτησαν με ψεύτικα φτιασίδια
σε κλείσανε στα τείχη τους
σε αλωνίζουν οι προστάτες
κι έγινες η περήφανη εσύ
τώρα ζητιάνα των βαρβάρων
που της στερήσανε το φως
για να εισπράξουμε έστω αργά
πως δεν υπάρχει πιο μεγάλη ενοχή
από την ανοχή μας

…Αυτόν τον κόσμο φτιάξαμε;
Γι’ αυτόν αγωνιστήκαμε;
Πώς θα κοιτάξουμε στα μάτια τα παιδιά;

…Να ήξερες με πόσο
Λίγη αγάπη
Θα άλλαζε ο κόσμος



ΛΙΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔOY
Απροσδόκητα                                                                                                                                                     
Η κρίση χώρεσε παντού.
Τα μαλλιά της ανεμίζουν στα πρόσωπά μας.
Το άρωμά της, μυρωδιά μπουρδέλου, διαπεραστικό.
Κοιτάει με πάθος και αυταρέσκεια.
Οι κατηφορικοί δρόμοι της κρίσης.
Μπαλκόνι με θέα την κοιλάδα της κρίσης.
Το οικόσημο στην είσοδο της κρίσης.
Μα η κρίση, σκέφτομαι, είναι μια αφηρημένη έννοια
Πώς θα μπορούσε να κατακτήσει τον αέρα, τα βουνά
τη θάλασσα, τον ήλιο;
Πώς είναι δυνατό όλο αυτό το ευρύχωρο φως γύρω μας
να ανήκει στην κρίση;
Αψηφώ τις προειδοποιήσεις.
Φοράω τον χρόνο ανάποδα
ξεριζώνω τους άσπρους κροτάφους του
βάφω τα χείλη του κόκκινα
και εκτίθεμαι στην κρίση σας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
ΑΣΤΕΓΟΣ 2013                                                                                                                                                                                             
Η αλήθεια είναι πως σκοτώνει
αρκούδα αυτό το κρύο κι η Σταδίου κατεβάζει
φαρμάκι, αλλά θα βγει το βράδυ: θα έρθουν
τα σκυλιά. Έχω ψαρέψει από τον κάδο στην Ομήρου
δύο χάμπουργκερ μισά,
θα τα φάνε, θα ζαρώσουν εδώ δίπλα,
θα ζεσταθούν, θα ζεσταθώ.
Ε, όχι να πεθάνω από την αθλιότητά τους
πριν πεθάνω από το κρύο!
Ας πάνε σπίτια τους,
ας τσακωθούν
με τις γυναίκες τους για τα παιδιά
και με τα παιδιά για το σχολείο,
ας δουν στην τηλεόραση
να τους βρίζουν, ας φάνε μέχρι σκασμού,
ας χαμηλώσουν την θέρμανση
πριν πάνε στο κρεβάτι κι ας πεθάνουν
από βλακεία πριν πεθάνουν από τη ζέστη.
Εγώ θα είμαι εδώ και θα ονειρεύομαι
τις απογευματινές εφημερίδες:
Υπουργός πέθανε από τη ζέστη,
εν μέσω πολικού ψύχους!
Ε, πως! Αυτό το κρύο είναι δικό μου,
περάσαμε πολλά μαζί.
Δεν με πειράζει.



ΜΕΡΗ ΛΙΟΝΤΗ

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ;                                                                      

Με φωνάζουνε Χρήστο
Εμένα. Το παιδί απ’ τη χώρα
του Γκάντι

Με τα μαύρα μαλλιά
Τα σγουρά σαν των νέγρων
Και την πλακουτσωτή μύτη
Να μαρτυρούν πως δεν ανήκα
σε κάστα

Με φωνάζουνε Χρήστο
Εμένα. Που κάποτε με λέγαν
Ανίλ
Μιλώ τη γλώσσα αυτού του
τόπου
Άλλη δεν ξέρω κι ίσως δεν έμαθα
ποτέ
Οι άνθρωποι που με μεγαλώνουν
έχουν φίλους
Οι φίλοι με χαιρετάνε αλλά είναι
για χάρη τους

Με φωνάζουνε Χρήστο
Γεννήθηκα σε μια χώρα
που δε θυμάμαι
Μεγαλώνω σε μια χώρα
που θέλω να ’ναι και δική μου
Μα είμαι μόνο ένας μαυράκος

Κι ας με φωνάζουνε Χρήστο

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ
ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΙΟ                                                                                                           

«Βαρέθηκα να γράφεις πως εμείς τα κάνουμε όλα,
πως εμείς λιμοκτονούμε την Αφρική και την Ασία,
πως εμείς σκοτώνουμε τους μετανάστες,
πως εμείς κατουράμε τους αιχμαλώτους,
πως εμείς πεθάναμε τον γέρο ζητιάνο που βρέθηκε παγωμένος από το κρύο.
Τούτο το αυτομαστίγωμα είναι γραφικό
και υποκριτικό όσο δεν πάει
και, επίτρεψέ μου, δεν το λέω για σένα προσωπικά, λίαν ύποπτο.
»Και για να μιλήσω για τον εαυτό μου:
Εγώ δεν σκότωσα, δεν λιμοκτόνησα, δεν ξεφτέλισα,
δεν πέθανα κανέναν…
Στ' αλήθεια έχει γούστο να περιφέρουμε τις δήθεν ενοχές μας,
αλλά τούτο το τσουβάλιασμα που μας κάνει όλους ίδιους
είναι πρώτης τάξεως άλλοθι για τους πραγματικούς ενόχους
(βιομηχάνους, καπιταλιστές και λοιπούς πλουτοκράτες).
Με τη μανιέρα σου δικαιώνεις τους δικαστές του Γιόζεφ Κ.,
πετάς το μωρό μαζί με την μπανιέρα –
κι αν είναι όλοι ένοχοι, δεν είναι κανείς…»
Έγραφε κάμποσα τέτοια επιχειρήματα στο μέιλ του                                                       
χτυπώντας με θυμό τα δάχτυλά του στο πληκτρολόγιο 
που, όπως κι εγώ, είχε αγοράσει με τρία ευρώ,
χώρα κατασκευής κάποια μακρινή,
Κίνα, Ταϊβάν, κάτι τέτοιο.


ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Ο ΕΠΑΙΤΗΣ                                                                                                                                                                                                                                                        
Δες τον.
Με πτυχία και πέτρινο μουστάκι.
Σέρνει δυο τρία πεινασμένα κουτσούβελα
Και νιώθει παντελώς αγράμματος
Μπρος στον Παλαιό των Ημερών. Τον Πιστωτή του.

 Σπρώχνει ένα κουτάβι στην κοιλιά του.
Μισεί και ντρέπεται και φοβάται.
Χάσκει το στόμα του από δύσπνοια.
Δεν προσδοκά καθαρό αέρα.

Όλη του η σκέψη μια μουντζούρα με το δάχτυλο
Πάνω στο όνομα, στην καταγωγή, στα κιλά του.
Σκιαγραφούμενος σ' ένα γραμμάτιο
Περνά κατευθείαν στον Χάρο.

Ούτε κι εκεί δεκτός. Πρέπει πρώτα
Να ζητιανέψει τα ναύλα.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

    Ο ξένος                                                                                           

Γιατί ο ξένος δεν γνωρίζει την πολιτεία την ημέρα.
Ο ξένος το βράδυ γνωρίζει την πολιτεία, όταν κοιμάται.
Το πρωί φεύγει πάλι με το στυφό ύφος
αυτού που έψαχνε κάτι και δεν το βρήκε. 

Εσύ που κάποτε τον αγάπησες
όταν τον δεις να περνάει από την πόρτα σου,
δώσ’ του κάτι από εκείνη την παλιά τρυφερότητα, 
και σκέψου μετά από χρόνια
ότι πέρασε κάποτε από τη ζωή σου ο Οδυσσέας. 


ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ     ΜΑΖΙ  
https://www.youtube.com/watch?v=PR2AifoNiEw



ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ
 Σαν Φρουκτουόζο                                                                                                                                                                                                                        
Κυριακή μεσάνυχτα
αναμμένο το Σαν Φρουκτουόζο
μια λάμπα γκαλλέ
ο παγωμένος Ιησούς
στερεοποιημένη όστια
διεμβολίζει
τα βαπόρια με σώμα κι αίμα
να δω νύχτα
τη Γένοβα απ’ τη θάλασσα
ένα υπερωκεάνιο (θαρρώ το Arcadia)
ταξιδεύει τον παππούλη μου
φτωχό και πεινασμένο
για τη νήσο της Έλλης


ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ ΓΛΥΝΙΑΔΑΚΗ

 Τα του Πολέμου                                                                                  

Αμερική, πότε θα επαναστατήσουν οι βετεράνοι σου
να θάψουν το Κονγκρέσο σου κάτω από τόνους
χεριών, ποδιών, δεν ξέρω. Δυο κόσμοι ενωμένοι με μια κόκκινη
κλωστή, αυτοί που αποφασίζουν για τον πόλεμο
κι εκείνοι που πηγαίνουν. Κι αυτή η κόκκινη
κλωστή, πολύ λεπτή μου φαίνεται, πολύ φτωχή
κι απελπισμένη – σαν τεντωμένη απλώνεται
να φτάσει τη Μεσόγειο και να ενώσει ερήμους –
σαν τα αγόρια τ’ άγουρα, που ντύνονται στα μπεζ
και πάνε απ’ τη Νεβάδα στην Παλμύρα
κι από σπίτι σε σπίτι
με όπλα που θυμίζουν παιχνιδομηχανές
σκοτώνοντας παιδιά που κουβαλούν οβίδες
δίχως να ξέρουν το γιατί,
μονάχα «καν’ το» τους έχουν πει κι αυτά το κάνουν
στο όνομα ενός Θεού ή ενός προφήτη, στο όνομα
μίας πατρίδας, στο όνομα κάποιου πράγματος
που δεν είναι αγάπη
μα ούτε παράσημο από το καλοφαγωμένο,
ράθυμο Κονγκρέσο, που κάθεται πίσω από το παχύ
τηλέφωνό του δίνοντας εντολές
σ’ αυτούς που παίζουν τρώγοντας ζωές
και χωνεύουν οικογένειες.
Μα όχι του Κονγκρέσου.
Δυο κόσμοι ενωμένοι με μια κόκκινη κλωστή,
σωληνάκια αίμα για το Θεό και τον Αλλάχ
για την τιμή και τα λεφτά, για άμυνα κι επίθεση κι ελευθερία
και καταπίεση, καταδυνάστευση, ιστορία
και όλες αυτές τις έννοιες που μαγειρεύουν οι άνθρωποι
για να τραφούν ο ένας απ’ τον άλλον.
Αμερική, πότε οι βετεράνοι σου
θα κόψουν χέρια, πόδια, να πάψουν πια να ζουν
με σωληνάκια made in hell; Με τέτοιες κόκκινες κλωστές
κρατάς τους στη ζωή, σα μαριονέτες.



ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ
ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ                                                                                           
Από δω έφυγε
η μισή πατρίδα
για τα ξένα

ΤΥΦΛΟ                                                                                                                                   
Σήμερα αύριο
το μέλλον ζυγώνοντας
κλείνει τα μάτια



ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟΣ
Βράχηκαν όλα:                                                                                          
μνήμες, ιδέες, ζωές
ως το κόκαλο



ΚΑΛΛΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Κάθε μέρα        
Η ίδια μάχη
Ο Δαβίδ κι ο Γολιάθ
Στο τραπέζι της κουζίνας
Στροβιλίζει το πιρούνι του
Πάνω από τα κεφάλια των περαστικών
Κι εύχεται να μην τον τσακίσει
Το βάρος της αποτυχίας
Το πιρούνι στα χέρια του
Ζυγίζει όσο μια τρίαινα
Που δεν χτύπησε διάνα το στόχο της
Στο δόξα πατρί
Εκεί, ανάμεσα στα μάτια
Που τον εκλιπαρούν να τους δώσει
Την πρώτη και χαριστική βολή
Μα τα χέρια του δεν έχουν πιάσει τρίαινα
Παρά μόνο τσουγκράνα
Κι έχει ησυχάσει με τις άκρες της
Χαράδρες, χέρσα γη, πλαγιές και βοσκοτόπια
Κι όπως την λογαριάζει
Σκαλίζει στο τραπέζι
Να βρει αφορμή κι εύφορο έδαφος
Μα ανακινεί μόνο σκουλήκια
Κοπριά και πάθη παλιά σαν φύλλα ξερά
Χαμηλώνει το πιρούνι
Και χαράσσει διαχωριστική γραμμή
Κι απόψε
Κάθε μέρα
Η ίδια μάχη
Ο Δαβίδ κι ο Γολιάθ
στο τραπέζι της κουζίνας
Κραδαίνουν τις άδειες τους παλάμες


ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ

Κάθαρσις                                                                             
                                Όταν λέω εσύ, το λέω μόνος μου.                             
Οι μέρες άργησαν. Αλλά ήρθαν.                                                                                        
Το ψωμί φαγώθηκε.
Κάναμε μια βόλτα στην προκυμαία
για να θάψουμε το ψωμί και τον σκύλο.
Βέβαια δε μιλώ ούτε για σκύλο ούτε για ψίχες.
Για τούτα θα μιλήσει αυτή.
Εγώ μιλώ για φέρετρα.
Και κόρα.
Τα τελευταία ψέματα τα 'πε νύχτα,
μπροστά στη θάλασσα.
Δεν ήξερα πως έτσι λέγεται το τέλος.
Έτσι, τελευταία φορά την είδα στο παγκάκι που 'κατσε
πάνω απ' τα σκύβαλα και το νερό στις πέτρες.
Έκλαιγε μέσα σε ρίγη καπνού.
Κάτι κρατούσε που 'μοιαζε νεκρό.
Από μακριά ακουγόταν η φωνή του κενού
σαν αλάτι που καθάριζε τη γη από μένα,
δηλαδή ακουγόμουν εγώ που της μίλαγα,
σαν να μην υπήρχα.

ΜΑΡΙΑ  ΤΟΠΑΛΗ        


«Άφλα» χωρίς Ωμέγα στην ποιητική της κρίσης                                                                                                      
Η ανάδυση μιας ποίησης όχι απαραίτητα πολιτικής με την παραδοσιακή έννοια, αλλά με πολιτική λειτουργία, μιας και θέτει για δικούς της, υπαρξιακούς λόγους, επιτακτικά το ζήτημα του καρφώματος των λέξεων˙ το «κάρφωμα των λέξεων» ως στάση σωματική και αξιακή, ως φωνή και ως κείμενο, που λειτουργεί εκ των πραγμάτων ως αντίσταση στην παντοκρατορία του εφήμερου και του αναλώσιμου˙ η ανάγκη, τέλος, ενός τουλάχιστον ακόμα σώματος, ενός partner, ενός συντρόφου διατεθειμένου να δεχτεί τα λόγια-καρφιά στο σώμα του ως «τοίχος», να διαβάσει, να ακούσει, να ανακλάσει με τον δικό του τρόπο το ποίημα, περιγράφει τη νέα συνθήκη μέσα στην οποία γράφεται και εκφέρεται, με το στόμα και το σώμα, η παλιά-νέα ποίηση, σε καιρό κρίσης.

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ     ΤΑ ΠΑΤΩΜΑΤΑ     https://www.youtube.com/watch?v=FEYKJLBULB0 


ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΤΙΤΛΑ                                                                                                                                                                                                        
Ι
Κάθε τάξη και το μεταφορικό της μέσο
Οι ελάχιστοι στον ουρανό πετώντας
Οι λίγοι και ψηλά τη λιμουζίνα
Οι πολλοί και χαμηλότερα το μετρό
Οι πλείστοι στα βαθιά το λεωφορείο
Οι λίγοι και βαθύτερα με τα πόδια
Οι ελάχιστοι στον πάτο έρποντας
κι όλοι πατάν τον ποιητή.

ΙΙ                                                                                                                                                                                                                                              
Οι διανοούμενοι                                                                                             
στον καιρό της κρίσης
ποτέ δεν εγκαταλείπουν τη χώρα τους.
Τα οικόπεδα
είναι φτηνότερα,
οι εργάτες τσάμπα
και επιτέλους οι τυφλοί
μοιάζει να είναι περισσότεροι
από τους ίδιους
τους μονόφθαλμους.

ΙΙΙ                                                                                                                                                                                                                                                        
Είναι γεγονός.
Η κωμωδία στην Ελλάδα περνάει κρίση.
Δεν υπάρχουν αξιόλογοι ηθοποιοί πια.
 Έχει απορροφήσει όλα τα ταλέντα η πολιτική


ΓΙΟΥΛΗ ΒΟΛΑΝΑΚΗ

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ                                                                                        
Συνάντησα
σ’ ένα Σύνταγμα φανταστικό
της νιότης μου
τον Κλέωνα και τη Μυρτώ
αγαπημένους φίλους, δυνατά μυαλά
Θέμα συζήτησης
ατέρμονης και παθιασμένης
η αστική δημοκρατία
και η πάλη των τάξεων

Εκείνος
τότε
στη φυλακή,
ποινικός
Εκείνη
έχασε το σύντροφό της
που επί χρόνια έψαυαν μαζί
μιαν εκδοχή άμεσης δημοκρατίας


Ξύπνησα στην Κρήτη
με ραγισμένο πόδι
Στο Σύνταγμα και στη Βουλή
η Δημοκρατία
με ραγισμένο το φτερό
(Τι ανάρμοστη σύγκριση
θα πείτε δικαίως.
Πράγματι, άτοπη εντελώς
Κι όμως, κι όμως…)

Έκτοτε
όλοι
(άνθρωποι και θεσμοί)
χτίζουμε
πάνω σε ρωγμές
το νέο σώμα μας



ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΟΥΝΗΣ
 ΕΓΡΑΦΕ ΤΗΝ ΤΙΜΗ                                                                                                                                         
Όταν έμεινε άνεργος
και μπήκε όπως όλοι στη σπείρα
της ελπίδας, της ματαίωσης,
είπε να γράψει τίποτε
μα του ’βγαιναν κάτι φριχτές κοινοτοπίες.
 Ήρωας δεν ήταν, ούτε ήξερε κανέναν.
Βάρυνε, έγινε αργός και δύσκαμπτος.
Τον έπιασε η νόσος των τιμών.
Σ’ ένα τεφτέρι έγραφε τις τιμές
της ζάχαρης, της μπύρας, του ψωμιού,
πόσο τα καύσιμα, πόσο οι λογαριασμοί.
Την τιμή τη δική του, των παιδιών του.
«Αν το ’βαλες να τρελαθείς «, είπε η γυναίκα του,
«εμείς τι σου χρωστάμε;»
μα αυτός έσκυψε κι έγραφε την τιμή.
Για όλα όσα δεν πρόλαβε να πει
για όλα όσα δεν τόλμησε να κάνει.



ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΛΑΣΤΗΡΑ

Αργά σε άλλο πύργο                                                                                                                                                                                                                     

Έχουν φορέσει όλοι τα σκουφάκια τους
Οι προσευχές κυνηγάνε τον Κύριο
Η κουκουβάγια εξασκεί τη σοφία της
Κάποιος τρώει τρουφάκια στην κουζίνα
όσο υπάρχει καιρός



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΓΕΛΗΣ
Κορίτσι άγουρο η πόλη μου σήμερα                                    
φοβισμένη, με λερό φουστανάκι
κάθεται στα σκαλιά της πολυκατοικίας της
απλώνει το χέρι στους περαστικούς
μαζεύει σπασμένα δόντια
ρίχνει χάπια στο πεζοδρόμιο, φωνάζει
πουλ-πουλ τα περιστέρια να μαζευτούν
κι όταν δεν την κοιτάζουν
τους βγάζει τη γλώσσα.

 Κορίτσι άγουρο η πόλη μου σήμερα
σημαία ενός κόκκινου πείσματος το λερό της φουστάνι
αγκαλιάζει τα γδαρμένα της γόνατα, σουφρώνει τα χείλη
αποκεφαλίζει πεταλούδες, καίει κάδους σκουπιδιών
με τα λάφυρα της λεηλασίας της φτιάχνει
ένα καινούργιο περιδέραιο
έρχεται η μάνα της την αρπάζει απ’ τ’ αυτί
αρνείται τη μάνα της
αρνείται να μεγαλώσει
ποτέ δεν μιλάει

κάθε απόγευμα παίζει μουσική
μ’ ένα κουτάλι μετρώντας τους ρόμβους
του συρματοπλέγματος



ΕΦΗ ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΟΥ

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΗ                                                                     

*ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Θέλω να φτιάξω ένα τραγούδι.                                      
Προς το παρόν γράφω στίχους.
Το πρωί, το μεσημέρι, το βράδυ.
Στιχάκια που λένε πώς νιώθω, πώς βλέπω, πώς ακούω,
πώς μιλάω και πώς σωπαίνω.
Μαζεύω τις αποδείξεις που ξεχνούν οι πελάτες
στα τραπέζια του καφέ.
Κάθε νύχτα τις βάζω μέσα σ’ ένα χοντρό βιβλίο
να ισιώσουν.
Την επόμενη μέρα γράφω τους στίχους μου
στο πίσω μέρος των αποδείξεων
που είναι άδειο και λευκό.
Εγώ το γεμίζω.
Ο κύριος Μάρκος μού το είπε:
Μια μέρα όλη η κίνηση της ταμειακής μηχανής
θα γίνει το δικό μου τραγούδι.
Από την ανάποδη μεριά,
τη λευκή και καθαρή.


*Κύριος ΜΑΡΚΟΣ

Όταν πήρα σύνταξη βρέθηκα ξαφνικά με περίσσεια χρόνου. 
Όχι ότι δεν είχα πώς να τον γεμίσω. Με έτρωγε όμως το σαράκι του δασκάλου χωρίς μαθητές, σαν το ζωγράφο που δεν έχει καμβάδες για να ζωγραφίσει ή το ναυτικό που βρίσκεται στην κορυφή ενός βουνού να ατενίζει τη θάλασσα από μακριά.
     Έτσι όταν παρουσιάστηκε η ευκαιρία να συμμετάσχω εθελοντικά στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα αυτής της πρωτοφανούς επιχείρησης την άρπαξα από τα μαλλιά. Και δικαιώθηκα αμέσως. Αυτοί οι ιδιαίτεροι νέοι μαθητές-εργαζόμενοι  ήταν το πιο παρθένο και πρόσφορο έδαφος που είχα ποτέ για να δουλέψω.
     Όλα τα παιδιά τα αγαπώ αλλά η μεγάλη μου αδυναμία είναι ο Αναστάσης. Έχει, βλέπετε, και το όνομα του γιου μου. Κάθε φορά που με βλέπει τρέχει προς το μέρος μου ανεμίζοντας κάτι απίστευτα μακριές κορδέλες.
     «Κύριε Μάρκο, κύριε Μάρκο, θα με βοηθήσετε να φτιάξω ένα τραγούδι;»
     Κάθε μέρα και μια κορδέλα. Είναι όλες τους φτιαγμένες από μικρά πυκνογραμμένα χαρτάκια, ενωμένα μεταξύ τους με συρραπτικό.
     «Μόνο εσείς μπορείτε να με βοηθήσετε κύριε Μάρκο. Εμένα το μυαλό μου πετάει και βγάζει πολλούς στίχους, σαν το αεροπλάνο που αφήνει πίσω του μία άσπρη γραμμή στον ουρανό.»
      Ο Αναστάσης μου θέλει να γίνουν οι στίχοι του τραγούδι. Αυτό είναι το μεγάλο του όνειρο.
     «Μ' ένα σύννεφο πετώ»
      Θα πιάσω λοιπόν τις κορδέλες, θα διαλέξω στίχους, θα τους ταιριάξουμε και θα τους κάνουμε μαζί τραγούδι. Έπειτα θα φωνάξω δυο τρεις φίλους μουσικούς και θα το ντύσουμε με νότες.
     «Μια γραμμή στον ουρανό»
     Τότε θα διοργανώσουμε μια συναυλία στο καφέ. Κι όταν το τραγούδι του Αναστάση ακουστεί για πρώτη φορά, είμαι σίγουρος ότι θα είναι ευτυχισμένος.
          
           «Μ΄ένα σύννεφο πετώ                                                                                     μια γραμμή στον ουρανό
              κι όσο πάω ν' ανεβαίνω
              τον αέρα θ' ανασαίνω»



ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ       
Ερώτηση και απάντηση στην αγορά 
«Βγάζεις λεφτά» μου λένε «από την ποίηση;»
«Λεφτά ;» τους απαντώ, «λεφτά;
Βγάζει λεφτά ποτέ ο εραστής;
Λεφτά βγάζει μονάχα ο νταβατζής»



ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ     ΞΕΧΝΑΜΕ



MAΡΙΑ ΣΥΡΡΟΥ

εχεμύθεια                                                                                                                                               
σήκωσα το ακουστικό βαριεστημένα
— στης ανεργίας μου τα χρόνια
καυχιέμαι πως κατέκτησα
την απαξία της ελπίδας.
από γνωστή στατιστική εταιρεία
κάποια υπάλληλος
—συμβασιούχος ορισμένου χρόνου, υπέθεσα—
με παρακάλεσε για καναδυό ερωτήσεις
ίσαμε να φανεί πως άξιζε το μεροκάματο.
σάστισα μπρος στην ειλικρίνειά της
με ρώτησε, απάντησα.
ήθελα τόσα άλλα να της πω
—για τη χαμένη μου αξιοπρέπεια
και τους χαμένους φίλους—
μα δεν ταιριάζανε οι ερωτήσεις.
εκείνη αρκέστηκε να μάθει
ποιες ώρες άκουγα ραδιόφωνο
κι αν είχα βγάλει το πανεπιστήμιο.
με καλημέρισε ύστερα ευδιάθετη
σα να με ήξερε από χρόνια
και μου ευχήθηκε ό,τι καλύτερο
λες κι είχα τα γενέθλιά μου.
τι να σκεφτόταν άραγε;
είναι κάτι συμβάσεις άγραφες
που δε θα λήξουνε ποτέ.

XΡΗΣΤΟΣ ΣΙΟΡΙΚΗΣ
Σταθήκαμε όπως έπρεπε                                                                                
για να περπατήσουμε
σε σειρά όλοι
πιασμένοι χέρι χέρι

Αυτά ξέρω
Μα δεν αρκούν
για το πολύ χιόνι
Παρ' όλα αυτά
για μία στιγμή
οπωσδήποτε
κάποιος έτρεμε
μην πέσω


ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΟΡΟΣ Ι                                                                                                           
                                                                                                                                             
Παγιδευμένοι στο πριν και το μετά
ρίχνουμε κλεφτές ματιές στον καθρέφτη
το πρόσωπό μας εκεί σκληρό ήδη σημαδεμένο
Μπροστά ο δρόμος,
το άσπιλο πρόσωπο της νιότης.
Εδώ, μαζί, στο ίδιο σώμα.
Δεν έφυγε
δεν είναι δρόμος που παίρνεις,
ούτε κουβάρι που ξετυλίγεται μέχρι το τέλος
αλίμονο, όχι
Είναι κοχύλι που χτίζεται εσωτερικά
χωρίς να βλέπεις την έξοδο
χωρίς να βρίσκεις την κατεύθυνση
Μια άγνωστη πρόθεση
άσβεστη
Και το ταξίδι είναι ξήλωμα όχι προορισμός.
Ας ξηλώσουμε λοιπόν τις ραφές.
Η γιαγιά μου ξήλωνε
ένα ολόκληρο κουστούμι αντρικό
μέσα σε μια νύχτα
και το ξανάραβε από την αρχή
το μέσα έξω
Έτσι διπλασίαζε τη ζωή του
το μέσα έξω
Η διαδρομή είναι διπλής κατεύθυνσης
κάθε στιγμή
κάθε στιγμή πολλαπλή
και μπρος και πίσω
κι ακόμα, πολλές φορές η ίδια διαδρομή.
Δεν ήταν τέχνασμα. Μα δεξιοτεχνία.
Άλλωστε χωρίς τη γνώση ενός τεχνίτη όλα χάνονται διπλά.
Και σαν παρόν και σαν ανάμνηση.
Ας αναβλύζει ο καιρός
Η δοκιμασία είναι το πέρασμα
Να βρίσκεις τρόπο να περνάς ακόμα κι από μια κουμπότρυπα
Όχι να προχωράς αλλά να συμβαίνεις.


ΘΟΔΩΡΗΣ ΧΙΩΤΗΣ

Αιμάτωση                                                                                                                                                                                                                                            
1.

Nαι –
ίσως στη μήτρα

αλλά μέσα σε μια άλλη μηχανή

έγινα αυτό εδώ:

το αποτέλεσμα χιλίων
αυτοματοποιημένων οφθαλμών.

2.                                                                                                                                                            
Η Λώρα Μαρς                                                                                         
μανιωδώς φωτογραφίζει
την πορεία της προς τη διάρκεια.

Μια διαδήλωση από μάτια μοιάζει με συγκρουόμενους μαγνήτες:
το αποτέλεσμα πληθυσμών υψηλής πυκνότητας οι οποίοι επεκτείνονται
και συναντώνται κατά μήκος απειροελάχιστων αποστάσεων. 

3.                                                                                                                                        
Η τέλεια λαβή ενός χεριού
που δεν έχει πλέον καμμία χρήση:
μια θάλασσα με κενά.


ΛΕΝΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗ

Δεν σιδερώνω. Είναι ύβρις                                     
Να ακυρώνονται οι ζάρες.
Δεν είδα χαρακιές ποτέ
Να σβήνονται τόσο εύκολα.
Γιατί τα ρούχα τις ουλές τους να ξεχνούν
Τόσο ομαλά.
Ποιος μας λειαίνει εμάς.


ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ 
[σταθερότητα: το τραπέζι]      
 Γιατί ναι;           (Γιατί όχι;)
Γιατί όχι;             (Γιατί ναι;)
Γιατί όχι;             (Γιατί ναι;)
 Γιατί ναι;            (Γιατί όχι;)
Αυτά είναι τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού.
Αυτή είναι η μέθοδος της αν
ισορροπίας. Έτσι μόνο, η αστάθεια εκλαμβάνεται ως σταθερότητα.
Έτσι το τραπέζι οσιώνεται ως κατασκευή
(«κι αν δεν το βλέπεις τώρα, υπομονή, σε λίγο θα το δεις»)
και το ζήτημα μετατίθεται σε προβλήματα του εδάφους
(«δεν φτιάξαμε το έδαφος εμείς, υπάρχει αφ' εαυτού του,
δεν είμαστε εμείς οι κατασκευασταί του σύμπαντος χώρου»).

 Με κάτι τέτοιες αντιλήψεις, στρογγυλοκαθίσαμε
όχι στις πλευρές, μα στις γωνίες.
Από την αχρησία οι πλευρές εξέπεσαν
και ονομάσαμε άξονες κάτι αιχμές δοράτων.
Όταν έχεις καθίσει πια εκεί για καιρό, συνηθίζεις
την καταπάνω σου αιχμή ως κομμάτι του εαυτού σου.
Τούτο βολεύει όλους:
Μία τέτοια επιθετικότητα δεν οφείλεται σε άλλον (όλοι έχουν μία).
Μία τέτοια βία είναι ένα σύμπαν αθωώσεως.
Στην εστία αυτή, ενωμένους μας κρατούν μαζί
οξείες αιχμές από μια έδρα που λείπει.



ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ     ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ  https://www.youtube.com/watch?v=IjQba9ihf9Y


Τα τραγούδια είναι από το CD  ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ
 ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗ, από τη  ΜΙΚΡΗ ΑΡΚΤΟ

Κείμενα αντλήθηκαν από την ανθολογία του Ντίνου Σιώτη CRISIS, την ανθολογία του Θοδωρή Χιώτη Futures: Poetry of the Greek Crisis και από τα Περιοδικά ΦΡΜΚ, τεύχος 8, φθινόπωρο-χειμώνας 2017, ΔΕΚΑΤΑ τεύχος ΧΡΕΟΣ και CRAFTBOOK II, EΤΕΡΟΤΗΤΑ, Μικρές Εκδόσεις, της ομάδας Crisis-Resistant Facebook Team.

Οι ποιητές:
Γιάννης Κοντός, Μαρία Τοπάλη, Γιάννης Πατίλης, Μαρία Κουλούρη, Τίτος Πατρίκιος, Βερονίκη Δαλακούρα, Μηνάς Δημάκης, Bασίλης Ρούβαλης, Ευτυχία Παναγιώτου, Παντελής Μπουκάλας, Δανάη Σιώζιου, Γιάννης Δούκας, Χάρις Κοντού, Μιχάλης Γκανάς, Γιώργος Δουατζής, Λίλη Μιχαηλίδου, Γιώργος Μπλάνας, Μέρη Λιόντη, Θανάσης Τριαρίδης, Δήμητρα Χριστοδούλου, Γιώργος Μαρκόπουλος, Ντίνος Σιώτης, Κων/νος Λουκόπουλος, Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Παρασκευάς Καρασούλος, Κάλλια Παπαδάκη, Αλέξιος Μάινας, ο μόνος μη Έλληνας:  μελοποιημένος Μπέρτολτ Μπρεχτ, Νεκτάριος Λαμπρόπουλος, Γιούλη Βολανάκη, Θανάσης Γιούνης, Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Δημήτρης Αγγελής, Έφη Λαμπρινίδου, Γιάννης Υφαντής, Μαρία Σύρρου, Χρίστος Σιορίκης, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Θοδωρής Χιώτης, Λένα Καλλέργη, Βασίλης Αμανατίδης.