Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

«Προσωπικό», αφοί Καλογεράκη / Μικρή Άρκτος


φωτ.: Μαριλόρ Κουλμίν-Κουτσάφτη
Τους άκουσα να τραγουδούν πρώτη φορά, πολύ σεμνούς, στον ποιητικό περίπατο στον Εθνικό Κήπο (απ' όπου και η φωτ.). Επρόκειτο για εκδήλωση του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης της Αθήνας (διοργάνωση του Κύκλου Ποιητών) το 2012. Τελικά, ο πρώτος δίσκος τους, με αυτή και νεότερη δουλειά, κυκλοφόρησε τέλος του 2016, σε ενορχήστρωση του Γιώργου Ανδρέου, η οποία (του οφείλεται έπαινος γι’ αυτό) παρέμεινε ουσιώδης αλλά σχεδόν αόρατη. Δεν παρενέβη στη φρεσκάδα, την απλότητα των τραγουδιών, δεν πλούμισε υπερβολικά το πρόσωπό τους. Τα σεβάστηκε αφεαυτά. Και δικαίως. Γιατί ένα από τα προτερήματά τους είναι αυτή η σαφής, καθαρή δομή τους.

Άλλο προτέρημά τους είναι ο διαλογικός χαρακτήρας της ποιητικής ανάγνωσης των δυο αδελφών. Το ότι είναι δίδυμοι τούς δίνει, φαίνεται, αυτή την ευκολία να αναπτύσσουν διάλογο αφενός εντός του ποιήματος μ’ αυτό τούτο ως κείμενο κι αφετέρου μεταξύ τους. Ανταποκρίνονται και εναλλάσσονται έτσι ώστε δημιουργούν οιονεί θεατρικές σκηνές, με αρχή-μέση-κορύφωση, όπως στο «Είναι δρόμοι». Διαλέγονται ουσιωδώς, αναδεικνύοντας τις λέξεις μία-μία, με το ειδικό της βάρος, τρόπος που κορυφώνεται στο ομώνυμο τού δίσκου ποίημα του Μιχάλη Γκανά, αλλά και στο ακροτελεύτιο του Ρουμί.

Οι εναλλαγές επίσης μεταξύ ποιητικής ανάγνωσης και τραγουδισμένου στίχου υπενθυμίζουν συνεχώς το υποκείμενο ποίημα ως τέτοιο, ενώ σ’ αυτό το σημείο υπεισέρχεται και το ακριβό μάθημα από την κρητική καταγωγή τους: μια μαθητεία στο βαθύ λαϊκό αίσθημα και στη λιτότητά του. Ένα τραγούδισμα που δεν διεκδικεί παρά μόνο τη σωστή τού στίχου τονικότητα. Έχουν κάτι από το υπέροχο μέταλλο της φωνής χαρακτηριστικών ανδρικών φωνών της Κρήτης (όπως ο Ξυλούρης, ας πούμε) μείον τη χαρακτηριστική –κι εδώ είναι το συν, τελικά– προφορά. Κι έτσι ο λόγος γίνεται οικουμενικός, κι όχι ντοπιολαλιά. Και μπορεί να συναντηθεί με το λόγο ενός Κρητικού ή Ηπειρώτη ή Χιλιάνου ή Αμερικανού beat ή όποιου, εντέλει, ποιητή ταιριάξει στην ιδιοσυστασία τους.

Με μια ιδιαιτερότητα, μάλιστα, που ξαφνιάζει ευχάριστα: δεν επιλέγουν αποκλειστικά ομοιοκατάληκτη ποίηση, με τις ευκολίες και τις δυσκολίες της ρίμας, ακόμη περισσότερο, δεν επενδύουν στο εύκολο κρητικό ηχητικό ή μουσικό ιδίωμα (εδώ δεν μπορώ παρά να θυμηθώ τον ορυμαγδό της κουρελιασμένης, ρηχής, επαναλαμβανόμενης δήθεν μαντινάδας που κυκλοφορεί πλέον, τις φθαρμένες –και διεφθαρμένες– κόπιες λαϊκής δημιουργίας). Αντιθέτως, δουλεύουν με το νόημα, τις κατ’ επιλογήν επαναλήψεις και τις παρηχήσεις, δημιουργώντας τραγούδια αλλιώτικα από του συρμού, που δεν βασίζονται στη συνεχή επανάληψη του ρεφραίν για να δημιουργήσουν ηχώ.

Ύστερα, είναι αυτό το κάτι πολιτικό που φέρνουν στο νου οι στίχοι και η φωνή τής Φαραντούρη στα «Πατώματα» του Μπρεχτ, ή το «Ξεχνάμε» του Ντίνου Σιώτη, που θυμίζουν τις καλύτερες στιγμές του πολιτικού τραγουδιού όπως μας συγκίνησε παλιά κι όπως μας ανησυχεί τώρα, όταν είμαστε μονίμως ψυλλιασμένοι απέναντί του: Πώς μπορεί να στοιχηθεί μαζί με την ποίηση, πώς να μην καπελώσει, πώς να μην δώσει τον κυρίαρχο τόνο; Κατορθώνουν, παρ’ όλα αυτά στον ίδιο δίσκο να φτιάξουν ένα ατόφιο λυρικό τραγούδι, τα «Σύννεφα», σε στίχους Γ. Ευθυμιάδη, το οποίο η Φαραντούρη τόσο αισθαντικά (ναι, το ακούω ξανά και ξανά, ξέρω πια τι στ’ αλήθεια σημαίνει αισθαντικά) αποδίδει! Κι έπειτα, ποιος είπε πως η ποίηση δεν είναι πολιτική με την κυριολεκτική και ανώτερη σημασία της…

Τελευταίο, μα σημαντικό: Υπάρχει μια σοβαρότητα αλλά κι ένα κλείσιμο τού ματιού, ένα υπόγειο ρεύμα χιούμορ, μια πικρή ειρωνεία που διαρρέει σ’ όλο το μήκος του τον δίσκο. Ξεπετάγεται με παραφωνίες και κραυγούλες στο «Μαζί» ή στους στίχους του «Λουκάνικο Μπέρι», όπως και στον τίτλο «Να πεθαίνεις απ’ τα γέλια», υπενθυμίζοντας την ηλικία και τις υγιείς αντιστάσεις τους. Για του λόγου το ασφαλές σημειώνω πως από τους στίχους του Μηνά Δημάκη που μελοποίησαν […] Λόγια ειπωμένα μόνο για τον άνεμο: «Αν κάποτε μ’ αφήσεις θα πεθάνω» / Κι άλλα χιμαιρικά που λένε στις αγάπες, αυτό τον τελευταίο στίχο οι νεαροί τον παρέλειψαν (δικαιολογημένα), μα ο επιμελητής της έκδοσης βιβλίου και CD Παρασκευάς Καρασούλος (δικαίως) τον περιέλαβε. Νά πώς διαφορετικές γενιές μπορούν να δουλεύουν μαζί, προσπορίζοντας ο καθένας το έχει του: φρεσκάδα + πείρα ζωής˙ αισιοδοξία + γνώση για την αναγνώριση του νέου που κουβαλά κάτι απ’ το καλύτερο παλιό.
Αυτοί παιδί μου δεν θα μείνουν μόνο σ’ αυτά εδώ, ελπίζω. Θα μας ξαφνιάσουν ξανά εύχομαι, ευχάριστα και πάλι…  

















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου